ΑΠΟΨΕΙΣ

Γυναίκες της Κάρπαθος

Καθόταν χάμω στη γη και κοπάνιζε τον καρπό που είχε θερίσει. Εκεί μέσα στο μικρό αλώνι, κάτω από τον καυτό ήλιο, χωρίς μαντίλι, με την παραδοσιακή της ποδιά, η Μαγγαφούλα σε λίγο θα ξεχέριαζε τη φάβα για να μείνει καθαρός ο καρπός από την ενέργεια του αέρα. Τη συναντήσαμε στην Αυλώνα, σε ένα μικρό, στεγνό οροπέδιο, όπου σχεδόν από πάντα ήταν οι κήποι, τα μποστάνια και οι στάβλοι των κατοίκων της Ολύμπου, του πιο βορινού χωριού της Καρπάθου. Μακριές πλεξούδες, φρύδια άβγαλτα, χέρια δουλεμένα. «Τι να φοβηθώ το χειμώνα μόνη μου εδώ; Εχει πάντα πολλή δουλειά να γίνει κι ούτε που καταλαβαίνω πώς βραδιάζει» λέει καθώς μας πιάνει να απορούμε για τον μοναχικό της χειμώνα σε αυτό το ερειπωμένο μέρος.

Στην Αυλώνα φτάσαμε για να δούμε το σπίτι που ζούσαν η γιαγιά Βασταρκούλα και ο παππούς. Σύνηθες, τότε, να μεγαλώνουν οι παππούδες τα παιδιά των ξενιτεμένων τους στην Αυστραλία. Και οι παππούδες μεγάλωσαν την Αννα και την Τούλα, κι όταν έπρεπε να βοσκήσουν τα ζώα στη Βουρκούντα, τα κοίμιζαν κάτω στα χράμια μέσα στους αρχαίους, από χρόνια, συλημένους τάφους, κάτω από τα αστέρια. Αλλά όταν επέστρεφαν στην Αυλώνα -σε ένα μονόχωρο σπίτι, εκεί όπου «όλα ήταν στη θέση τους και τίποτε περιττό δεν υπήρχε»- ερχόταν ο ξάδελφος και στήνανε γλέντια με τη λύρα και με τις μαντινάδες του.

«Πως είσ’ από την Ολυμπο, Αννα μου ξεχωρίζεις, ε και να ‘ξερες ξαδέλφη μου πόσο μου τη θυμίζεις» της τραγούδησε το ίδιο βράδυ που τον συναντήσαμε τυχαία, στον χορό της μακαρούνας στο χωριό Μενετές, ο ξάδελφος, ο Ζωγραφίδης Μιχάλης, από τους πιο γνωστούς λυράρηδες και τραγουδιστές μαντινάδας.

Αλλά δεν είναι μόνο τα λαογραφικά στοιχεία του τόπου, τα σμιχτά μαύρα φρύδια και ο δυναμισμός των γυναικών της Ολύμπου, που σε κάνουν να νιώθεις ότι συναντήθηκες μετά χρόνια με την παλιά Ελλάδα του λιτού και απέριττου. Και όπως συμβαίνει με τα πιο ωραία συναπαντήματα, για τη συνάντηση με την κυρία Πόπη Παπουτσάκι ήμασταν παντελώς ανυποψίαστοι. Και όμως αυτή η 85χρονη κυρία, κόρη Μακρή, ιδρύτρια και ψυχή μεγάλης ξενοδοχειακής μονάδας στο λιμάνι, ήταν η ίδια όψη αυτών των δυνατών γυναικών της Καρπάθου κι ας έμοιαζε διαφορετική. Τρεις φορές ξενητεύτηκε στην Αυστραλία, τρεις φορές ξανάρχισε να χτίζει τη ζωή.

Ακαταπόνητη, πολύγλωσση, δούλευε περισσότερο από όλους στο ξενοδοχείο, από νωρίς μέχρι αργά το πρωί. Αδιαμαρτύρητη για την κρίση, ικανοποιημένη για την πληρότητα του ξενοδοχείου -πρότυπο οικογενειακής επιχείρησης, που αξιοποίησε παραγωγικά έως και την τελευταία δραχμή από την επιδότηση που πήρε στις αρχές της δεκαετίας του ’80 και δεν τη μετέτρεψε σε χλιδή και κατανάλωση- μας κατευόδωσε με την καλύτερη ευχή για την επιστροφή στη δύσκολη Αθήνα. «Να είμαστε προοδευτικοί, να βλέπουμε μπροστά και να μην κλεινόμαστε στον εαυτό μας, να αγαπάμε αυτό που κάνουμε και θα τα καταφέρουμε».