ΑΠΟΨΕΙΣ

Η Μαρίνα και ο Φλώρακας

Ενα δεκαήμερο αποτοξίνωσης από την Αθήνα είναι αρκετό για να ξαναθυμηθούμε ότι σε αυτήν τη χώρα, υπάρχουν ακόμη δύο Ελλάδες. Εκτός από την Ελλάδα της Υδρας, που γίνεται πρωτοσέλιδο στο Spiegel για τη μάχη φοροφυγάδων – ΜΑΤ, υπάρχει και η Ελλάδα τ’ Απειράνθου. Εκτός από τους επαγγελματίες που δεν θέλουν να πληρώσουν τον φόρο που τους αναλογεί, επικαλούμενοι χίλιες δύο πραγματικές ή φανταστικές αιτίες, υπάρχουν πολίτες που επέλεξαν να δώσουν τις οικονομίες τους στην εφορία. Εκτός από τον Μυκονιάτη ιδιοκτήτη που πουλάει 2,5 ευρώ το μπουκάλι νερό ή 8,5 ευρώ τον χυμό πορτοκάλι και 12,5 ευρώ τον ανάμεικτο (με μήλο) στην παραλία του Ορνού- (ούτε καν της Ψαρού)- στο νησί των αέρηδων, υπάρχει και ο Φλώρακας που μαγειρεύει, στο Δανακό της Νάξου, σαν να είναι γιορτή η κάθε βραδιά. Και μέσα σε μια ιεροτελεστία γαστρονομίας ό,τι κι αν πληρώσεις αποδεικνύεται λίγο για την εργασία και το μεράκι που έχει βάλει αυτός ο παλαιός επαγγελματίας.

Υπάρχουν παντού αυτές οι δύο Ελλάδες. Αρκεί να θελήσουμε να τις ανακαλύψουμε μέσα από τις εσωτερικές διαφορές του τόπου μας που δεν ορίζονται ούτε από την ιδεολογία και τις πολιτικές πεποιθήσεις, ούτε από τον πλούτο και τη φτώχεια.

Αλλωστε είναι πολλοί και σεμνοί οι άνθρωποι που θα παραμένουν ο θησαυρός αυτής της χώρας και η καλύτερη ανάμνηση για τους τουρίστες. Κι έτσι γίνεται συνήθως, ακόμη και μέσα στην κρίση και τη μιζέρια, βρίσκεται πάντα χώρος και χρόνος για τους ξένους. Γι’ αυτό και η Ελλάδα θα παραμένει πάντα ο καλύτερος προορισμός ό,τι κι αν λένε κι ό,τι κι αν γράφεται.

Διότι θα υπάρχει πάντα μια Μαρίνα στ’ Απειράνθου της Νάξου που μόλις δει τους πέντε Γάλλους επισκέπτες στο χωριό της, θα αψηφήσει την κούραση των χρόνων της και θα τους οδηγήσει, από την ανηφόρα, στο σπίτι να πιουν τον ελληνικό και να δοκιμάσουν το γλυκό του κουταλιού. Ετσι έκανε φέτος μόλις μας είδε. Στο δίπατο που έκλεισε τα 100 χρόνια ζωής αυτόν τον Αύγουστο, το βύσσινο για τους ξένους, αλλά και για μιας τους γηγενείς που τους συνοδεύαμε σε αυτό το σύντομο πέρασμά τους από τις Κυκλάδες είχε άλλη γεύση. Και στο παλιό σερβάν όλοι μαζί. Αυτοί που έφυγαν γύρω από το καντήλι. Παραδίπλα οι φωτογραφίες των παιδιών και των εγγονών. Ετσι, φυσικά και χωρίς δραματικούς τόνους μιλάνε αυτά τα παλιά σπίτια και οι άνθρωποί τους για το παρελθόν. Κι αυτήν την άλλη Ελλάδα, της Μαρίνας και του Φλώρακα, τα φιλέματα και τις αγνές προθέσεις τους που θυμίζουν τις θειάδες και τις μανάδες μας, και όλους όσοι, ευτυχώς δεν πρόκαμαν να γίνουν νεόπλουτοι και παρέμειναν, νησιώτες ή αστοί, πρέπει να πρέπει να τους ανακαλύψουμε ξανά. Τα ρεπορτάζ, διεθνή και εγχώρια τούς έχουν ξεχάσει. Αλλά οι άνθρωποι αυτοί θα είναι το αντίδοτο στη μιζέρια μιας Ελλάδας που μιλάει μόνο για τα φράγκα τώρα που δεν τα έχει, όπως, άλλωστε μιλούσε και πριν γι’ αυτά όταν τα είχε ή νόμιζε ότι τα κατέχει σε περίσσευμα μεγάλο.