ΑΠΟΨΕΙΣ

Κάθε πόλη και πανεπιστήμιο;

Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, με αφορμή την ανακοίνωση των βάσεων εισαγωγής, ανοίγει η συζήτηση για την ανάγκη αναθεώρησης του «χάρτη» Ανώτατων και Τεχνολογικών Ιδρυμάτων της χώρας για να ξεχαστεί βολικά λίγο αργότερα. Ουδείς αμφισβητεί ότι το δόγμα «κάθε πόλη και πανεπιστήμιο, κάθε ραχούλα και ΤΕΙ» αποτέλεσε αναπόσπαστο τμήμα του στρεβλού ελληνικού αναπτυξιακού μοντέλου. Κάθε πόλη είδε την ίδρυση και λειτουργία τού εκεί πανεπιστημιακού τμήματος ως αναπτυξιακό μοχλό.

Το σκεπτικό μάλλον απλοϊκό: «τόσοι φοιτητές κάθε χρόνο, επί τόσα ενοίκια, επί τόσους καφέδες, επί τόσα σουβλάκια, να η ανάπτυξη». Και επειδή δεν μπορείς να ιδρύσεις μία Ιατρική Σχολή σε κάθε πόλη, ξεφύτρωσαν πάσης φύσεως πιθανά και απίθανα τμήματα, που στο άκουσμα της ονομασίας τους και μόνο απορεί κανείς για το περιεχόμενο των σπουδών και το τι κάνουν οι απόφοιτοί τους.

Το να στήσεις ένα πανεπιστημιακό τμήμα ή ένα ΤΕΙ δεν είναι δύσκολο. Δύσκολο είναι να πείσεις τους υποψηφίους ότι αξίζει να το επιλέξουν. Δύσκολο είναι, επίσης, με τόση πολυδιάσπαση, να επιτύχεις υψηλό επίπεδο σπουδών, που θα κέντριζε το ενδιαφέρον των υποψηφίων. Δεν είναι τυχαίο ότι από τις δεκάδες περιφερειακά τμήματα που δημιουργήθηκαν τα τελευταία χρόνια, ελάχιστα είναι εκείνα που διακρίθηκαν και καταφέρνουν να σταθούν με αξιώσεις.

Το αποτέλεσμα ήταν αναμενόμενο: τμήματα στα αζήτητα, που κανείς δεν ενδιαφέρεται να τα παρακολουθήσει. Η κατάργηση της βάσης του 10 ήρθε ως απάντηση. Ολοι μα όλοι έχουν μια θέση στον ήλιο των Πανεπιστημιακών και Τεχνολογικών Ιδρυμάτων. Η βάση του 10 αποτελούσε ένα εχέγγυο ότι δεν θα περάσουν στις Πανελλαδικές μαθητές που τελειώνουν το Λύκειο χωρίς στοιχειώδεις γνώσεις. Και αυτό το ταμπού καταρρίφθηκε, προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο ανώτερος σκοπός: να συνεχίσουν να έχουν φοιτητές και άρα λόγο ύπαρξης τα δεκάδες τμήματα που δημιουργήθηκαν, ασχέτως εάν εξυπηρετούν κάποια πραγματική ανάγκη. Κάπως έτσι, σύμφωνα με τα αποτελέσματα που δημοσιοποιήθηκαν χθες, έχοντας γράψει ένας υποψήφιος 4 ή 5 κάπου περνάει.

Η συνέχεια της χρονιάς για τα τμήματα με πολύ χαμηλές βάσεις εισαγωγής είναι προδιαγεγραμμένη: από τον αριθμό των φοιτητών που πέρασαν, λίγοι θα εμφανισθούν για εγγραφή, κυρίως για να εξασφαλίσουν κάποια πλεονεκτήματα, όπως η αναβολή εκπλήρωσης στρατιωτικών υποχρεώσεων και ακόμα λιγότεροι είναι εκείνοι που θα προσέλθουν για να παρακολουθήσουν μαθήματα, πιστεύοντας πραγματικά ότι θα έχουν κάποιο αντίκρισμα οι σπουδές τους.

Αυτό δείχνει η εμπειρία των προηγούμενων ετών. Παρά ταύτα και παρά τις κατά καιρούς εξαγγελίες, ελάχιστα έχουν γίνει στην κατεύθυνση συμμαζέματος. Η οικονομική κρίση είναι μια ευκαιρία να ξανανοίξει η συζήτηση για το πόσα Πανεπιστήμια και ΤΕΙ χρειαζόμαστε και πού. Βεβαίως, ελλοχεύει ο κίνδυνος η οικονομική κρίση να αξιοποιηθεί ως επιχείρημα για τις αντιδράσεις των τοπικών φορέων, που θα ισχυρισθούν ότι ακριβώς μέσα στη δίνη της κρίσης, στερούνται ενός αναπτυξιακού εργαλείου. Ομως, η εκπαιδευτική πολιτική δεν μπορεί να χαράσσεται με βάση τα σουβλάκια και τους καφέδες που πωλούνται γύρω από ένα ΤΕΙ.