ΑΠΟΨΕΙΣ

Η θέση της Ελλάδας στον χάρτη

Οι πρώτες συναντήσεις που είχε ο Αντώνης Σαμαράς ως πρωθυπουργός με τον Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο, τον Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ, την Αγκελα Μέρκελ και τον Φρανσουά Ολάντ, πήγαν καλά. Ο πάγος που είχε δημιουργηθεί όταν ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης είχε αρνηθεί να στηρίξει το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής έχει λιώσει. Η αλλαγή στάσης του κ. Σαμαρά και το γεγονός ότι εμφανίζεται σήμερα ως ο πιο σθεναρός υποστηρικτής της αναγκαιότητας των μεταρρυθμίσεων και ως πραγματικός εκπρόσωπος ενός φιλελεύθερου κόμματος με ευρωπαϊκό προσανατολισμό, έπεισε τους προέδρους της Κομισιόν, του Eurogroup και της Γαλλίας, αλλά και, κυρίως, την καγκελάριο της Γερμανίας, ότι αυτά που λέει τα εννοεί, και πως στο σημερινό πολιτικό σκηνικό είναι ο μόνος που μπορεί να φέρει εις πέρας το τιτάνιο έργο που απαιτείται. Ανάλογα θετικό πνεύμα αναμένεται να επικρατήσει και στη συνάντηση που θα έχει με τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, Χέρμαν Βαν Ρομπέι, την άλλη Παρασκευή.

Ομως, η συνεχιζόμενη βαθιά ύφεση και οι καθυστερήσεις λόγω και της εμφανούς αδυναμίας του κρατικού μηχανισμού, σε συνδυασμό με την εξάντληση της ανοχής των εταίρων, καθιστούν τη μάχη που δίνεται στο καθαρά οικονομικό πεδίο, άνιση. Υπό αυτό το πρίσμα η Αθήνα έχει κάθε λόγο να εμπλουτίσει τον διάλογο με τους εταίρους και με γεωπολιτικά επιχειρήματα. «Απλώς κοιτάξτε τον χάρτη και δείτε πού βρίσκεται η Ελλάδα. Πρέπει να ανοίξουμε το ντιμπέιτ για την Ελλάδα πέραν των καθαρά οικονομικών κριτηρίων», επισήμανε πριν από λίγες ημέρες ο Μίχαελ Μάιστερ, αντιπρόεδρος της Ενωσης Χριστιανοδημοκρατών της κ. Μέρκελ, αναδεικνύοντας τους στρατηγικούς κινδύνους που θα δημιουργούσε ενδεχόμενη έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ. Την ανησυχία του για αποσταθεροποίηση τής ήδη εύθραυστης Ανατολικής Μεσογείου εξέφρασε και το επίσης μέλος της CDU, Αρμιν Λάσετ, ο οποίος εκτίμησε πως «σε ένα τέτοιο σενάριο η Ρωσία είναι σε ετοιμότητα να δώσει δισεκατομμύρια ευρώ στην Ελλάδα» για να συμπληρώσει πως «αυτή τη στιγμή κρίνονται πολύ περισσότερα πράγματα από το ερώτημα εάν η Ελλάδα ανταποκρίνεται ή όχι στα κριτήρια του προγράμματος».

Η Δύση δεν μπορεί να αγνοεί τη γεωπολιτική διάσταση τη στιγμή μάλιστα που η Ελλάδα εξελίσσεται σε δυνάμει σημαντικό ενεργειακό κόμβο για τη μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου από την Κασπία και την Ανατολική Μεσόγειο. Δεν είναι τυχαίο ότι πρόσφατα το γνωστό αμερικανικό κέντρο αναλύσεων Stratfor είχε προβάλει ανάλογο επιχείρημα και αφού έκανε μια ιστορική αναδρομή στις πτωχεύσεις της Ελλάδας κατά το παρελθόν, σημείωνε ότι, τελικά, η χώρα ξεπερνούσε τις δυσκολίες λόγω της μείζονος γεωπολιτικής της σημασίας. Επισήμαινε επίσης ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη από τη Δύση, καθώς η γεωγραφική της θέση δεν αφήνει άλλες σημαντικές δυνάμεις όπως η Ρωσία και η Κίνα, «ασυγκίνητες».

Πέρα, λοιπόν, από τα οικονομικά επιχειρήματα για την ανάγκη μέτρων που θα συμβάλουν στην ανάπτυξη και την αναγκαιότητα κινήσεων που θα καταστήσουν την κατάσταση διαχειρίσιμη, όπως ένα νέο «κούρεμα» του χρέους ή μια επιμήκυνση, ο πρωθυπουργός και η κυβέρνησή του μπορούν να υπογραμμίζουν και τους γεωπολιτικούς κλυδωνισμούς που ελλοχεύουν από τις κοινωνικές και πολιτικές ανατροπές που ίσως προκληθούν εάν η προσαρμογή γίνει με βίαιο και όχι ήπιο τρόπο.

Το ερώτημα εάν αντέχει η Ευρώπη, και η Δύση γενικότερα, μια πολιτικά ασταθή και οικονομικά αδύναμη χώρα σε μια τόσο νευραλγική γεωγραφική θέση, είναι εύλογο και πρέπει να τίθεται. Δεν υποκαθιστά την πρώτιστη σημασία που ορθώς αποδίδεται στην οικονομία και στην αναγκαιότητα των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Απλά τη συμπληρώνει.