ΑΠΟΨΕΙΣ

Μακριά από τη μιζέρια και την αυτοκαταστροφή

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει η Ελλάδα στις μέρες μας είναι μια κατάσταση παρατεταμένης αβεβαιότητας! Αυτή συντηρείται από ερωτήματα εντός και εκτός της χώρας όπως τα παρακάτω: θα διατηρηθεί ή όχι η συνοχή της τρικομματικής κυβέρνησης για κάποιο ικανό διάστημα; Θα έχουμε προσφυγή ή όχι σε μια τρίτη εκλογική αναμέτρηση σε διάστημα ολίγων μηνών; Θα παραμείνουμε ή όχι στην Ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ενωση; Θα ξεσπάσει αναταραχή και κλιμακούμενη βία (στο όνομα επαναστατικών ψευδαισθήσεων «για μια Ελλάδα νέα») ή θα επικρατήσει αυτοσυγκράτηση στην κοινωνία παρά τις τεράστιες οικονομικές θυσίες της τελευταίας τριετίας; Θα μείνουμε, σε τελευταία ανάλυση, στην οικογένεια των εδραιωμένων δημοκρατιών ή θα επιλέξουμε το μοντέλο του τριτοκοσμικού αδέσμευτου; Πραγματικά, έχουμε φτάσει μπροστά σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, και ο δρόμος που τελικά θα επιλέξουμε θα σφραγίσει τη μοίρα της κοινωνίας μας.

Ο πρώτος δρόμος, ο καλός, συνεπάγεται τη διατήρηση στην κυβέρνηση του σημερινού τρικομματικού σχήματος για τουλάχιστον ενάμιση χρόνο. Είναι σχεδόν δεδομένη η επιθυμία των κοινοτικών μας εταίρων να εξασφαλίσουν την παραμονή της Ελλάδας στην Ευρωζώνη. Προϋπόθεση παραμένει η υιοθέτηση από τους πιστωτές μας ενός πακέτου μέτρων (όπως η επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των δανείων, η δραστική μείωση των επιτοκίων, η επαναγορά ομολόγων κ.ά.) που θα εξασφαλίσει τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους της χώρας μας. Ο χρόνος παραμονής της σημερινής κυβέρνησης στην εξουσία θα δώσει την ευκαιρία στα κόμματα που την απαρτίζουν να θεσπίσουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς λήψης συλλογικών αποφάσεων και, ταυτοχρόνως, να ανανεώσουν το στελεχικό τους δυναμικό με νέα και άφθαρτα πρόσωπα. Επιπροσθέτως, πρέπει να γίνει κοινή συνείδηση ότι η στρατηγική της δημοσιονομικής σταθερότητας με σκληρά μέτρα οριζόντιας λιτότητας έχει αποτύχει. Απαραίτητη είναι η εφαρμογή αναπτυξιακών πολιτικών και δράσεων που θα διευκολύνουν ξένες επενδύσεις, οδηγώντας στην αναθέρμανση της χειμαζόμενης οικονομίας και τη μείωση της τρομακτικής ανεργίας. Το σενάριο του καλού δρόμου προϋποθέτει επίσης τη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ από ένα πολυφωνικό κίνημα διαμαρτυρίας και σύγκρουσης σε ένα συγκροτημένο ευρωσοσιαλιστικό κόμμα που θα προετοιμαστεί να διεκδικήσει και να αναλάβει την εξουσία. Και για να το πετύχει αυτό σε μια μελλοντική εκλογική αναμέτρηση θα πρέπει να αντισταθεί στον πειρασμό της ταύτισης με ακροδεξιά και υπερεθνικιστικά μορφώματα, όπως οι Ανεξάρτητοι Ελληνες και, ιδίως, η Χρυσή Αυγή.

Ο δεύτερος, ο κακός, δρόμος αρχίζει με παρατεταμένες απεργίες, καθημερινές καταλήψεις δημοσίων εγκαταστάσεων, αυξανόμενους προπηλακισμούς κυβερνητικών βουλευτών, και με κάθε λογής ασχήμιες και συγκρούσεις μέσα και έξω από το Κοινοβούλιο. Στη συνέχεια έρχεται η κλιμάκωση των ακροτήτων από αναρχικά και αυταρχικά στοιχεία αριστερά και δεξιά του πολιτικού μας φάσματος. Οι μεγάλες πόλεις θα μας θυμίζουν και πάλι την κατάσταση της Αθήνας τον Δεκέμβριο του 2008. Συνθήματα από όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης θα συνεχίσουν να παρουσιάζουν την Ελλάδα ως «αποικία χρέους, προτεκτοράτο, υπόδουλη, υποταγμένη, γονατισμένη και ζητιάνα». Και φυσικά αυτά τα συνθήματα που θίγουν βαθιά το φιλότιμο του λαού μας θα αυξήσουν τα αισθήματα κοινωνικής απόγνωσης και θα αναδείξουν τους σύγχρονους θεωρητικούς της επαναστατικής αλλαγής με βίαια μέσα. Το σύνθημα «δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε παρά τις αλυσίδες μας» θα θολώνει τα μυαλά των νέων και των ανέργων, που θα βρεθούν στα χαρακώματα, καθώς οι κυβερνητικές αρχές θα απαντήσουν με την κήρυξη έκτακτης ανάγκης στο όνομα της διατήρησης της τάξης. Επικίνδυνες προεκτάσεις στις ένοπλες δυνάμεις και τις δυνάμεις ασφαλείας δεν θα μπορέσουν τότε να αποκλεισθούν. Στο τραγικό αυτό τοπίο, όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης θα συνταχθούν με τους επαναστατημένους νέους, και το προσάναμμα μιας εμφύλιας αντιπαράθεσης θα αρχίσει την καταστροφική του πορεία. Κάτω από τέτοιες τραγικές συνθήκες η συμμετοχή μας στην Ευρώπη θα παγώσει και η Ελλάδα θα πηδήξει από το αργοκίνητο τρένο της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Και, δυστυχώς, αυτή η πράξη απόγνωσης θα γίνει σε μια περίοδο που οι γειτονικές μας χώρες, στη βόρεια Αφρική και την ανατολική Μεσόγειο, υποφέρουν από μια εκρηκτική, εμφύλια επιδημία.

Θα αποφύγουμε τον κακό δρόμο αν αντιληφθούμε ότι συνθήματα, που διεκτραγωδούν και διαστρεβλώνουν τη σημερινή μας κατάσταση, μόνο ζημιά μπορούν να προκαλέσουν: γίνονται απλώς αυτοεκπληρούμενες προφητείες στα παιχνίδια των αγορών, που σε μεγάλο ποσοστό επηρεάζονται από την προδιάθεση και την ψυχολογία των ατόμων της κάθε κοινωνίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι μια χώρα -σαν τη δική μας- με υπέρογκο δημόσιο χρέος, με διογκούμενη ανεργία (ιδιαιτέρως των νέων), με παρατεταμένη ύφεση, και με άπειρα παραδείγματα διαφθοράς, ανομίας και φοροδιαφυγής, θα αντέξει την πρόσθετη λήψη μέτρων που πλήττουν μισθωτούς και συνταξιούχους και διαιωνίζουν την ύφεση και τη μιζέρια. Απαιτείται, σ’ αυτήν την κρίσιμη καμπή της Ιστορίας μας, η ανάδειξη υψηλής ποιότητας ηγεσιών σε ολόκληρη την γκάμα των πολιτικών μας δυνάμεων. Ο ενδιάμεσος χρόνος πρέπει να αναδείξει άτομα των οποίων η πυξίδα δεν θα τα οδηγεί προς το κομματικό όφελος, αλλά προς την αντιμετώπιση της μεγάλης κρίσης. Και γι’ αυτό χρειαζόμαστε πολιτική σταθερότητα και ένα εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης που θα συνασπίσει τον ελληνικό λαό και θα απομονώσει τους ταραξίες που οραματίζονται τη «σωτηρία» πάνω στα αποκαΐδια μιας κατεστραμμένης πατρίδας.

*Ο κ. Θεόδωρος Κουλουμπής είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.