ΑΠΟΨΕΙΣ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η ερώτηση «ποια ΕΡΤ θέλουμε;» που τίθεται σε κάθε κυβερνητική αλλαγή από το 1965 περίπου, οπότε ξεκίνησαν οι τηλεοπτικές εκπομπές στον τόπο μέχρι σήμερα αδιαλείπτως, προκαλώντας απλώς κατά εποχές τροποποίηση του λεξιλογίου στους νόμους λειτουργίας της (π.χ. από κρατική έγινε δημόσια τηλεόραση παρόλο που επί της ουσίας ουδέποτε αποδεσμεύτηκε από τον κρατικό, δηλαδή κυβερνητικό, έλεγχο) είναι απολύτως υποκριτική.

Κρυβόμαστε τόσο πολλά χρόνια πίσω από το δάχτυλό μας, που αυτή τη στιγμή, με την κρίση να έχει προκαλέσει συθέμελες αναταράξεις στο πολιτισμικό οικοδόμημα του τόπου (τις αξίες, την ποιότητα της δημοκρατίας και τη λειτουργικότητα των θεσμών της), συστατικό κομμάτι του οποίου αποτελεί η τηλεόραση και μέρος αυτής η ΕΡΤική τηλεόραση, μόνον οι πικρές αλήθειες ευσταθούν και τέτοια είναι ότι όσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη της, τόσο λιγότερο επιτελεί τον ρόλο της αυτήν τη στιγμή.

Να κλείσει; Είναι κοινό μυστικό για όσους παρακολουθούμε χρόνια –τουλάχιστον τρεις δεκαετίες– το πήγαιν’ έλα προσώπων στις διοικήσεις και σε καίριες θέσεις, ότι μετά τις πρώτες ημέρες ενημέρωσής τους, ακόμη και οι πιο αισιόδοξοι και οραματικοί ψιθύριζαν μεταξύ αστείου και σοβαρού ότι δεν διορθώνεται η ΕΡΤ παρά μόνον αν κλείσει και ξανανοίξει. Τόσο βαθιές οι στρεβλώσεις από την κυριαρχία νοοτροπιών όχι ανεξάρτητων από τις νοοτροπίες ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας, που με απόλυτη ευθύνη της πολιτικής εξουσίας έβλεπε το Δημόσιο σαν αγελάδα για άρμεγμα.

Τι θα πει όμως να κλείσει; Ενας δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός δεν είναι διακόπτης που κατεβαίνει κατά βούληση. Αλλο αν εργαζόμενοι σε αυτόν τον έχουν χρησιμοποιήσει ακόμη και έτσι, άλλοτε με πολιτική εντολή και άλλοτε από δικό τους υπερβάλλοντα συνδικαλιστικό ζήλο.

Εστω όμως, κλείνει με σκοπό να στηθεί από την αρχή. Τι ακριβώς διασφαλίζει ότι δεν θα δημιουργηθεί μια πανομοιότυπη ΕΡΤ; Γιατί ο «γίγαντας με τα πήλινα πόδια», όπως είναι ο κοινότοπος πλέον χαρακτηρισμός της, δεν αποτελεί βραχώδες υπόλειμμα κομήτη που έπεσε από το Διάστημα, είναι εξ ολοκλήρου δημιούργημα των εγχώριων πολιτικών νοοτροπιών, συνδικαλιστικών αντιλήψεων και πάνω απ’ όλα ολοκληρωτικής απουσίας ελέγχου και αξιολόγησης, όπως άλλωστε σε ολόκληρο τον δημόσιο τομέα.

Δυστυχώς, στην ιστορία της ΕΡΤ ελάχιστα συζητήθηκε ο θεσμός, η λειτουργικότητά του, η αναδιάρθρωσή της ανάλογα με τις ανάγκες της κοινωνίας, που άλλαζαν ραγδαία. Κατέληξε περισσότερο μια ιστορία προσώπων που πηγαινοέρχονταν στη διοίκησή της, συναρπαστική ενδεχομένως για μυθιστοριογράφο και δη της κατηγορίας του πολιτικού θρίλερ, καθώς από τον τρόπο επιλογής τους μέχρι τον τρόπο διοίκησης και κατόπιν αποχώρησής τους προσφέρονται για την αποτύπωση της ατμόσφαιρας κάθε εποχής.

Ακόμη και σήμερα, με την τηλεόραση παγκοσμίως να περνάει σε μια νέα εποχή, καθώς η εξέλιξη της τεχνολογίας έχει διαμορφώσει νέα πεδία ψυχαγωγίας, η συζήτηση για την ΕΡΤ παραμένει ανεπισήμως πλην σαφώς συζήτηση προσώπων. Ποιος, πού, γιατί αυτός και όχι εκείνος, τι θα γίνουν οι εργαζόμενοι. Κορυφαίο ερώτημα το τελευταίο σε μια εποχή άγριας ανεργίας, αλλά δεν αφορά τους πραγματικούς σκοπούς της ΕΡΤ όπως ορίζονται από τον νόμο λειτουργίας της.

Είναι αλήθεια ότι η διόγκωσή της, όπως και ολόκληρου του εγχώριου τηλεοπτικού πεδίου, είχε τη «νομιμοποίηση» μιας τάσης της Ευρωπαϊκής Ενωσης, στις αρχές περίπου της δεκαετίας του 1990, να αναδειχθεί ο τομέας των ραδιοτηλεοπτικών μέσων ιδανικό πεδίο απορρόφησης της ανεργίας και ως εκ τούτου πεδίο και μοχλός ανάπτυξης της οικονομίας των εθνικών κοινωνιών. Ηταν η εποχή που άνοιγαν οι αγορές, που έμπαιναν τα θεμέλια μιας Ευρώπης της κατανάλωσης και που η οικονομική και μορφωτική άνοδος της μεσαίας τάξης απαιτούσε αναδιαμόρφωση των συνθηκών απορρόφησης των νέων δυνάμεων (ανθρώπους, ιδέες, ικανότητες, προϊόντα κ.λπ.).

Επιδοτήσεις, συνεργασίες, συμπαραγωγές, τομείς που η εγχώρια δημόσια τηλεόραση ελάχιστα αξιοποίησε ή προσάρμοσε στα καθ’ ημάς. Οπως κι αν έχει, σε μια εποχή που το «ευρωπαϊκό όνειρο» των ’90s τίθεται σε αμφισβήτηση και που ο τομέας των μίντια απαιτεί συθέμελη αναδιοργάνωση για να ανταποκριθεί στις ανάγκες των κοινωνιών αλληλεγγύης, ανοχής, ειρηνικής συνύπαρξης και ναι, ενός νέου ονείρου με επίκεντρο τις αξίες του ευρωπαϊκού πολιτισμού και όχι του λαϊφστάιλ, μια δημόσια τηλεόραση που θα παράγει επιτέλους πρόγραμμα και όχι παραπολιτικό κουτσομπολιό είναι μεγαλύτερη ανάγκη παρά ποτέ.