ΑΠΟΨΕΙΣ

ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Ακριβώς μισόν αιώνα πριν, ένα «σύμφυρμα κλεφτών, βιαστών, δωσίλογων και κάθε είδους κακοποιών που εμφανιζόταν -προς εθνοκαπηλία και ανομολόγητους ιδιοτελείς σκοπούς- ως προστάτης κοινωνικών καθεστώτων, ως φύλακας ιερών και οσίων και ως Κέρβερος του νόμου και της τάξης», δολοφόνησε στη Θεσσαλονίκη τον Γρηγόρη Λαμπράκη, γιατρό, σπουδαίο αθλητή και βουλευτή συνεργαζόμενο με την ΕΔΑ. Η παραπάνω κρίση για το ποιόν των δολοφόνων του ανήκει στον Παύλο Δελαπόρτα, εισαγγελέα του Κακουργιοδικείου Θεσσαλονίκης που εκδίκασε την υπόθεση το 1966. Η αγόρευσή του κατακεραυνωτική: «Αυτοί που δολοφόνησαν τον Λαμπράκη αποτελούνται από κατάλοιπα υποπροϊόντων του Χίτλερ, από γιγαντοκύτταρα δωσιλογικής λευχαιμίας».

Φρόνιμο είναι να θυμόμαστε και να θυμίζουμε, τώρα που αποθρασύνονται άλλα «κατάλοιπα υποπροϊόντων του Χίτλερ», με το παρανόμι της Χρυσής Αυγής, ευνοημένα, όπως πάντοτε, από σοβαρό τμήμα των Σωμάτων Ασφαλείας αλλά και από ένα επίσης σοβαρό τμήμα της ψηφοθηρικά εθελότυφλης πολιτικής εξουσίας. Πρόκειται για το ηγεμονεύον τμήμα της κυβέρνησης που έκρινε περιττό τον εκσυγχρονισμό και τον εμπλουτισμό της αντιρατσιστικής νομοθεσίας, ώστε, συμβολικά έστω, να καταδειχθεί η βούληση της πολιτείας να αντιμετωπίσει τα εντελώς νέου τύπου προβλήματα που ανέκυψαν την τελευταία διετία.

Ας μετατοπιστούμε, όμως, από τα δράματα στα γράμματα. Η γνωστότερη λογοτεχνική ανάδειξη της δολοφονίας του Λαμπράκη είναι βεβαίως το «Ζ» του Βασίλη Βασιλικού, ένα μυθιστόρημα-ντοκιμαντέρ που αποτέλεσε και σεναριακό θεμέλιο της ομότιτλης ταινίας του Κώστα Γαβρά. Αλλά ο κόσμος της γραφής ανταποκρίθηκε και ποιητικά στο έγκλημα της Θεσσαλονίκης, που αποκάλυψε πόσο ανάπηρη ήταν η δημοκρατία σε μια Ελλάδα η οποία μόνο ημερολογιακά διήνυε τη μετεμφυλιοπολεμική περίοδό της, βαθιά πληγωμένη και διχασμένη. Ηδη το τεύχος 101 της «Επιθεώρησης Τέχνης», που κυκλοφόρησε τον Μάη εκείνο του 1963, περιείχε ένα «Επιτάφιο επίγραμμα του Λαμπράκη», γραμμένο από τον Νικηφόρο Βρεττάκο, καθώς και «Τέσσερις θρήνους» για τον αγωνιστή της ειρήνης, με την υπογραφή της Βικτωρίας Θεοδώρου, του Μιχάλη Δωρή, του Λάμπη Χρονόπουλου και της Σταυρούλας Ζυγούρη.

Φυλλομετρώ με συγκίνηση το ημιαιωνόβιο τεύχος της «Επιθεώρησης Τέχνης». Ανάμεσα στ’ άλλα περιέχει κείμενο του Στρατή Τσίρκα για το «Πότε γράφτηκε το “Περιμένοντας τους βαρβάρους”», αφού τότε τιμούσαν τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του Αλεξανδρινού. Από τα ποιήματα του μικρού θερμού αφιερώματος παραθέτω το επίγραμμα του Βρεττάκου. Θεμελιώνεται στο γόνιμο εύρημα ενός αγγέλματος που κόβεται απότομα στη μέση, όπως κόπηκε το νήμα μιας ζωής: «Σηκώνοντας στους ώμους του το έπαθλο του Μαραθωνίου / ο ωραίος νεκρός κατεβαίνει στον άδη, / κει που οι αιώνιοι Ελληνες τον καρτερούν. Αλλ’ όμως / τούς πάει μισό τ’ άγγελμα: ΝΕΝΙΚΗ- / άλλοι σάς φέρνουν πίσω μου το ΝΕΝΙΚΗΚΑΜΕΝ. / Εγώ δεν ήτανε να ρθώ τόσο ενωρίς, εμένα, / στων Πλαταιών τη χώρα και του Μαραθώνα, / με σκοτώσανε οι Πέρσες».

Η άμεση, εν θερμώ ποίηση έχει να πολεμήσει με την ίδια τη συγκίνηση που την προκαλεί και η οποία απειλεί να πλημμυρίσει ό,τι προσπαθεί να γεωργήσει η έμπνευση. Πολύ δύσκολα βρίσκει κανείς μέθοδο να ελευθερωθεί από το συνθλιπτικό βάρος των οξυμένων αισθημάτων και να εξορύξει λέξεις και σχήματα που δεν θα τα χορογραφεί η άτονη ρητορική της ηρωολογίας και δεν θα τα υποτάσσει στις συμβάσεις της. Τα επικαιρικά ποιήματα υπονομεύονται από το γεγονός ότι ο δημιουργός τους νιώθει πως πρέπει να απαντήσει στις προσδοκίες του κοινού του και να συμφωνήσει με αυτές. Εδώ δουλεύει ένας διαβρωτικός λογοτεχνικός λαϊκισμός που ικανοποιεί ίσως κάποια προσωρινή ζήτηση, αλλά σε βάθος χρόνου αφήνει έκθετη την ποίηση και φυσικά υπολείπεται του προσώπου ή του γεγονότος που θέλει να τιμήσει. Η Επανάσταση του ’21 λ.χ. μάς δώρισε τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» ως υψηλότατο ποιητικό σύνθεμα, τίποτε άλλο όμως δεν μπορεί να σταθεί δίπλα τους, έστω και σε απόσταση σεβασμού. Οσο για το ’40 ή την Αντίσταση, δεν βρήκαν ποτέ πιστεύω ΤΟ ποίημά τους. Ο ποιητής που πλήρωσε πιο ακριβά απ’ όλους τη σπουδή κατάρτισης επικαιρικών ποιημάτων πρέπει να ’ναι ο Γιάννης Ρίτσος, που αποχαιρέτισε με στίχους του τον Λαμπράκη, στην κηδεία του στις 27 Μαΐου. Πιθανόν αργοπορημένα, και πάντως δίχως να οδηγηθεί σε ριζική αναθεώρηση της στάσης του, το συνειδητοποίησε και ο ίδιος αυτό, όπως έδειξαν επιστολές και ποιήματά του που δημοσιεύτηκαν μεταθανάτια. «Εχω φτάσει να πιστεύω πως η αληθινή ποίηση αποκλείει τα δάκρυα και τα χειροκροτήματα» έλεγε σε γράμμα του το 1972. Ο «Θρήνος του Μάη», το ορατόριο που έγραψε τον Ιούλιο του 1963 για τον Λαμπράκη (το «μεγάλο δέντρο» που «χίλια πουλιά κάθονταν στα κλαδιά του» ή το «σύγνεφο από φως» που «από τις δυο άκρες του το κράταγαν / ο έρωτας από τη μια κι η λευτεριά από την άλλη»), και το οποίο τώρα συστεγάζεται στον τόμο των «Επικαιρικών» του «Κέδρου», έχει και γερούς στίχους. Το σύνολο, ωστόσο, δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό «ημιτελές» που του έδωσε ο ίδιος ο ποιητής.

Ας μνημονεύσω όμως εδώ ένα λαϊκό μοιρολόι, απόσπασμα του οποίου περιείχε η «Επιθεώρηση Τέχνης» (αναδημοσιεύτηκε στο βιβλίο του Τάκη Αδάμου «Το λαϊκό τραγούδι της Αντίστασης», που πρωτοεκδόθηκε στο Βουκουρέστι το 1964 και, συμπληρωμένο, από τον Καστανιώτη το 1977). Το αυτοσχεδίασε μπροστά στο κατάφορτο μαγιάτικα λουλούδια φέρετρο του Λαμπράκη η εβδομηντάχρονη Σταυρούλα Ζυγούρη από την Καλαμάτα, στο παρεκκλήσι του Αγίου Ελευθερίου, δίπλα στη Μητρόπολη: «Γρηγόρη, σε φορτώσανε, βαριά είσαι φoρτωμένος. / Γρηγόρη μου, τις μυρουδιές να μην τις εσκορπίσεις, / να τις βαστάς στην Κάτω Γης, στους νιούς να τις δωρίσεις, / να βάλουνε στα πέτα τους να βγούνε στο σεργιάνι. / Γρηγόρη μου, η Κάτω Γης έχει αναστατώσει, / τι έμαθε η λεβεντιά πως κάποιος κατεβαίνει. / Τρέχουνε για συνάντηση, να σε προϋπαντήσουν, / τρέχουν στις βρύσες για νερό, στους κηπουρούς για φρούτα, / και στις καλές νοικοκυρές γι’ αφράτο παξιμάδι. / Τραπέζι σού τοιμάζουνε, Γρηγόρη, να δειπνήσεις / και το κρεβάτι στρώνουνε να πέσεις να πλαγιάσεις».

Ο,τι άλλο περιττεύει. Αντιγράφω μόνο την υποσημείωση της «Επιθεώρησης Τέχνης», που λέει πολλά για τη νεοελληνική ιστορία: «Η Ζυγούρη είναι μητέρα του πολιτικού κρατούμενου Νίκου Ζυγούρη. Τέσσερα άλλα παιδιά της εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς». Ποιο άλλο επιτύμβιο για τη μεταπολεμική μας πολιτεία;