ΑΠΟΨΕΙΣ

ΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΡΑΜΟΣ

Το ψέμα του λύκου

εκδ. Καστανιώτη

Δυο φίλοι, αντιστασιακοί στη Χούντα, είναι ερωτευμένοι με την ίδια Ελένη. Ο ένας εξ αυτών, ονόματι Μενέλαος, θα προδώσει τους άλλους δυο και θα συνεχίσει τη ζωή του με δόξα -ακόμη και τη νεαρή του σύζυγο τη λένε Κλέα- και τιμή. Ο άλλος, ο Κυριάκος Ξενίδης, γιος καταδιωγμένου αριστερού που υπέγραψε δήλωση για να γυρίσει στο σπίτι του, θα αποσυρθεί στη βαθιά επαρχία, στοιχειωμένος από το πραγματικό «αδειανό πουκάμισο» που είναι η νέα Ελένη: όταν η Αστυνομία πηγαίνει να τους συλλάβει, η Ελένη χάνει τη ζωή της κάτω από τις ρόδες μιας νταλίκας, καθώς τρέχει να ξεφύγει, όπως κι εκείνος σακατεύεται.

Εχοντας χάσει για πάντα τον ύπνο του, μονόχνωτος και τυπικός στη δουλειά του στην Πολεοδομία, ο μηχανικός Ξενίδης θα κρύβει τα κόκκινα μάτια του πίσω από μαύρα γυαλιά, δεν θα τολμήσει ποτέ να μείνει πλάι σε μια γυναίκα, δεν θα τολμήσει να ζήσει. Και ξαφνικά ένα πρωί, μεσήλικας πια για τα καλά, θα φύγει διακοπές. Το ίδιο βράδυ, ο Μενέλαος θα πέσει νεκρός από τις σφαίρες ενός καλάσνικοφ. Η Αστυνομία θα φέρει τον Ξενίδη άρον-άρον πίσω από τη Νίσυρο, αφού ο αστυνομικός που κάποτε τον κυνήγησε θα φανερώσει την παλιά αυτή ιστορία. Θα ομολογήσει τον φόνο και αμέσως θα κερδίσει και πάλι τον ύπνο που τόσο έχει στερηθεί. Μόνο που ο Νίκος Τσάκωνας, ο αξιωματικός που έχει αναλάβει την υπόθεση, δεν θα τον πιστέψει. Κι έτσι αυτός θα αποδράσει, καταλήγοντας κλοσάρ και οδηγώντας τον Τσάκωνα σε διαθεσιμότητα.

Οι σχέσεις των ανδρών οργανώνονται ανά ζεύγη. Ο ύποπτος κι ο αστυνομικός, που θα ξανασυναντηθούν στον τόπο του εγκλήματος. Ο Ξενίδης και ο αστυνομικός του Σπουδαστικού κάποτε, ο άγριος Καλαποθαράκος, ο Ξενίδης και ο Τσάκωνας τώρα, που έχει στενή σχέση με τον Καλαποθαράκο, παρότι οι αντιλήψεις του είναι διαφορετικές – Τσάκωνας πατήρ και Καλαποθαράκος γαρ φίλοι στενοί και συνεργάτες στον ανένδοτο κατά των κομμουνιστοσυμμοριτών που διαρκώς ξεπετάγονται από την τέφρα τους.

Το όνομα του Πατέρα και οι πολλαπλές εμφανίσεις του, ο απών πατέρας, ο πατέρας που δεν είναι πατέρας: ο Ξενίδης και ο ταπεινωμένος πατέρας του, ο Τσάκωνας και ο βίαιος δικός του… Τα ψέματα πολλαπλασιάζονται μαζί με τα μυστικά, η βία το ίδιο, του Εμφυλίου, της Χούντας, αλλά και της ανθρώπινης κοινότητας και των παθών της, και του φόβου, της μοναξιάς, της ανασφάλειας. Αγονες ζωές, αγριεμένες από τα βασανιστήρια αλλά και από το χάδι που λείπει και αντικαθίσταται από εξίσου άγονες ερωτικές φαντασιώσεις ή κυριολεκτικά γόνιμες όσο και άνομες συνευρέσεις.

Εξαιρετικά στημένο το πρόσωπο του παροπλισμένου αριστερού Ξενίδη, ενσαρκώνει την καθολική ήττα, που προσκρούει ωστόσο στη ζωτική ορμή η οποία ζωντανεύει από τις στάχτες: μονομανής, σταθερός και μαζί ασταθής, με όλες τις αντιφάσεις, τα απωθημένα, τις παλινωδίες του, ακόμη κι όταν περνά από μια πάλαι ποτέ συλλογικότητα σε μια εξ ανάγκης νέα κοινοτική ζωή, αυτή των αστέγων – παρότι αυτό το πέρασμα μοιάζει στην οργάνωσή του αρκετά πεποιημένο, όψιμα ερωτύλος.

Εξίσου ενδιαφέρων, αν και πιο σχηματικός, ο νέος αστυνομικός της μεταπολίτευσης, που οι «ανδραγαθίες» των παλαιοτέρων του κάνουν δύσκολη τη ζωή. Περίκλειστος αντρικός κόσμος, όπου η γυναίκα υπάρχει είτε ως διαφυγή είτε ως καταδίκη, ιστορικότητα που συνδέεται αβίαστα με το σήμερα, αφού η απλουστευτική αιτιακή σχέση υπονομεύεται τόσο από την τυχαιότητα όσο και από τη συνθετότητα της ανθρώπινης ψυχής, που τυραννιέται ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι. Ο υποτιθέμενος διάλογος του τέλους, μόνο, μοιάζει ξένος στην οργάνωση του κειμένου, που θα μπορούσε να ενσωματώσει με άλλη τεχνική τα στοιχεία. Το τέλος όμως ισορροπεί την πρόσκαιρη αυτή διασάλευση δικαιώνοντας το κείμενο.