ΑΠΟΨΕΙΣ

ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Εχει από πολύ παλιά τους λάτρεις και τους διακόνους της, φιλοσοφικούς και θρησκευτικούς, η σιωπή, ως αντίθετο όχι του λόγου αλλά της φλυαρίας, της αδολεσχίας. Κληρονομήσαμε έτσι αποφθεγματικές συμβουλές, όπως το «λάλει καίρια» που είπε ο Βίας ο Πριηνεύς ή το «κρείττον σιγάν», τα οποία απευθύνονται σε όλους, ανεξάρτητα από το φύλο τους, προτρέποντάς τους να αποφεύγουν την αργολογία. Κληρονομήσαμε επίσης το φυλετικά βεβαρημένο «γυναιξί κόσμον η σιγή φέρει», που ακούγεται στον «Αίαντα» του Σοφοκλή. Αν πάντως καταφέρουμε να ξεδιαλύνουμε το κουβάρι θρύλων και ιστορίας, σαν αδιαφιλονίκητος πατέρας της σιωπής θα προβάλει ο Πυθαγόρας· όχι απλώς ένας θεωρητικός της αλλά και ένας δάσκαλος που απαιτούσε την αυστηρή τήρησή της από τους μαθητές του.

Πολλοί προσέτρεχαν στον Κρότωνα της Κάτω Ιταλίας για να φοιτήσουν στη Σχολή του Πυθαγόρα. Οσοι περνούσαν τις πρώτες δοκιμασίες, γίνονταν δεκτοί στην πρώτη βαθμίδα της Σχολής. Εκεί μαθήτευαν επί πέντε χρόνια απολύτως σιωπηλοί, γιατί ο δάσκαλός τους ήθελε να δει πόσο ικανοί είναι στην «εχεμυθία», στο να βάζουν χαλινό στη γλώσσα τους. «Μετά δε τούτο τοις προσιούσι προσέταττε σιωπήν πενταετή, αποπειρώμενος πώς εγκρατείας έχουσιν, ως χαλεπώτερον των άλλων εγκρατευμάτων τούτο, το γλώσσας κρατείν» γράφει ο Ιάμβλιχος στο «Περί του πυθαγορικού βίου» πόνημά του. Και εμμέτρως, από τον Βυζαντινό Ιωάννη Τζέτζη: «Ο Πυθαγόρας σφράγισμα φιλοσοφίας τέλους / σιγήν πεντενιαύσιον εδίδασκε τοις μύσταις». Σωπαίνεις; Αρα ακούς. Ακούς; Αρα μαθαίνεις. Αυτή είναι, βάναυσα συνοψισμένη, η πυθαγόρεια ιδέα.

Ούτε ερωτήσεις και απορίες λοιπόν στα χρόνια της μαθητείας ούτε εκμυστήρευση σε τρίτους όσων απορρήτων μαθαίνεις ούτε αμφισβητήσεις· το «αυτός έφα», για τον Πυθαγόρα ειπωμένο, ήταν νόμος ισχυρός όσο και οι νόμοι της φύσης. Ο Φιλόστρατος είναι σαφής στο σύγγραμμά του «Τα εις τον Τυανέα Απολλώνιον» για τις θεόθεν γνώσεις του δασκάλου: «Και ό,τι αποφήναιτο ο Πυθαγόρας, νόμον τούτο οι ομιληταί ηγούντο και ετίμων αυτόν ως εκ Διός ήκοντα, και η σιωπή δε υπέρ του θείου σφίσιν επήσκητο· πολλά γαρ θεία τε και απόρρητα ήκουον, ων κρατείν χαλεπόν ην μη πρώτον μαθούσιν, ότι και το σιωπάν λόγος». Και η σιωπή είναι λόγος. Κι έτσι μόνο ενδόμυχα μπορούσαν οι Ακουσματικοί μαθητές να αμφιβάλουν για την αυθεντία του δασκάλου, που άλλωστε στη δοκιμαστική πενταετία τον άκουγαν χωρίς να τον βλέπουν.

Μια χιλιετία αργότερα πάντως, ένας ταπεινός δασκαλάκος που βιοποριζόταν διδάσκοντας γραμματική, ο ποιητής Παλλαδάς ο Αλεξανδρεύς, υπαινίχθηκε πως η καταναγκαστική σιωπή των μαθητών μάλλον την ησυχία του δασκάλου υπηρετούσε παρά τη συλλογική γαλήνη: «Η μεγάλη παίδευσις εν ανθρώποισι σιωπή· / μάρτυρα Πυθαγόραν τον σοφόν αυτόν έχω, / ος, λαλέειν ειδώς, ετέρους εδίδασκε σιωπάν, / φάρμακον ησυχίης εγκρατές ευρόμενος». Μεταφράζω: «Μεγάλο μάθημα στον άνθρωπο η σιωπή. / Μάρτυράς μου ο ίδιος ο σοφός Πυθαγόρας. / Του λόγου μάστορας αυτός, / στους άλλους δίδασκε τη σιωπή, / βρίσκοντας φάρμακο εξαίρετο για τη γαλήνη».

Στους αρχαίους η «ματαιολογία» είχε τη σημασία της ασυλλόγιστης ομιλίας, αλλά και της ανώφελης. Στις μέρες μας, όπου ο αφορισμός «η σιωπή είναι χρυσός» μεταφράζεται συνήθως σαν προτροπή ιδιώτευσης και βολέματος («τι θέλεις και μπλέκεις», «κάτσε στ’ αυγά σου», «εσύ θα σώσεις το Ρωμαίικο;» κ.τ.τ.), θα μπορούσαμε να εννοήσουμε τη ματαιολογία ως αναποτελεσματική ομιλία. Ως έναν ατελέσφορο λόγο που όσο μαζικά και επίμονα κι αν εκπέμπεται, εκπέμπεται εις μάτην, αφού αδυνατεί να συγκινήσει την ακοή εκείνων στους οποίους κατεξοχήν απευθύνεται: των εξουσιαζόντων. Δεν το βλέπουμε μόνο εδώ αυτό, όπου η «σωτηρία της πατρίδας», προσχηματικά ή καταχρηστικά χρησιμοποιούμενη, δίνει τη δυνατότητα στους επιτηρούμενους κυβερνώντες να αδιαφορούν για οποιαδήποτε διεκδίκηση, οσοδήποτε δίκαιη και μαζική. Και σε άλλες χώρες, όποιο καθεστώς κι αν έχουν, το ίδιο «φάρμακο» χρησιμοποιείται: Αφήστε τους να φωνάζουν όσο θέλουν. Θα κουραστούν, θα μαζέψουν τα συνθήματα της αγανάκτησής τους και θα γυρίσουν σπίτι τους. Ηττημένοι.

Στην Ιταλία, στην Πορτογαλία, στην Ισπανία, η ίδια μέθοδος. Και στην Τουρκία επίσης. Οπου και η έκπληξη: Πιθανόν επειδή συνειδητοποίησαν πως όσο δυνατά κι αν φωνάζουν, δεν θα προκαλέσουν το ενδιαφέρον του ηγεμόνα-κυβερνήτη, ορισμένοι διαδηλωτές της πλατείας Ταξίμ επέλεξαν κάποια στιγμή ως γλώσσα διαμαρτυρίας τη σιωπή. Σαν μια γλώσσα που δεν πλατειάζει αλλά είναι προικισμένη με ασύλληπτη ευθύτητα και κυριολεξία. Στήνονταν λοιπόν όρθιοι, κατά μόνας ή σε ομάδες, στην πλατεία και σιωπούσαν ακίνητοι επί ώρες. Ούτε συνθήματα ούτε πλακάτ ούτε ντουντούκες. Πλακάτ ήταν το ίδιο τους το σώμα και ενισχυτής της φωνής τους η σιγή. Κάποιοι κρατούσαν ένα βιβλίο στο χέρι, σαν να ζητούσαν επικουρία από τον ήσυχο γραπτό λόγο, αφού η ομιλία τους αποδεικνυόταν μέρα τη μέρα μάταιη, αδύναμη να αποσπάσει τον Ταγίπ Ερντογάν από τη μέθη και από τα συνωμοσιολογικά σενάρια που υφαίνει η ευφάνταστη αλαζονεία του.

Πρόδρομοι αυτής της μορφής διαμαρτυρίας που εμπιστεύεται τη σιγή παρά τη φωνή είναι τα ραμμένα χείλη. Είναι δηλαδή οι δεκάδες αποφασισμένοι αγωνιστές διαφόρων κινημάτων που έραβαν τα χείλη τους όχι τόσο για να μην εξαναγκαστούν να σπάσουν την απεργία πείνας όσο για να διατρανώσουν με τον αιματηρό τρόπο της σιωπής το αγωνιστικό τους πάθος. Πολύ πιο πίσω, ένας φιλόσοφος πέτυχε κατά την παράδοση την απόλυτη κυριολεξία κόβοντας την ίδια του τη γλώσσα, για να μην ηττηθεί από τα βασανιστήρια των τυράννων: ο Ζήνων ο Ελεάτης.

Στην πρώτη του εκδήλωση το ακίνητο κίνημα της σιωπής στην Τουρκία ξάφνιασε πολλούς – ακόμα και τους αστυνομικούς, εθισμένους στην ωμή γλώσσα του ρόπαλου και των χημικών. Και, λογικό ήταν, απέκτησε οπαδούς και σε άλλες πόλεις της Τουρκίας, αλλά και της Ευρώπης, παντού όπου έγιναν διαδηλώσεις συμπαράστασης. Αν κρίνουμε πάντως από το γεγονός ότι σταδιακά λιγόστεψαν μέχρι μηδενισμού οι σχετικές ειδήσεις και εικόνες, το πρωτότυπο κίνημα δεν φαίνεται να περπάτησε πολύ. Ισως και επειδή, αυθορμήτως ή κατ’ εντολήν, εμφανίστηκαν γρήγορα οι σφετεριστές· όσοι δηλαδή σιωπούσαν επίσης ακίνητοι, φορώντας όμως μπλουζάκια με επιγραφές υποστήριξης της κυβέρνησης. Ο σφετερισμός και η αφομοίωση, αυτό ήταν πάντοτε το δεύτερο γερό όπλο των εξουσιαζόντων έπειτα από την παγερή αδιαφορία. Να σου κλέβουν τη φωνή και τη γλώσσα. Αλλά να σου κλέβουν και τη σιωπή σου;