ΑΠΟΨΕΙΣ

Μπορούμε να ανακτήσουμε τον έλεγχο;

Η τρέχουσα επίσκεψη της τρόικας προσφέρει την καλύτερη απόδειξη, αν χρειαζόταν κάποια, γιατί πρέπει να αλλάξει άρδην η διακυβέρνηση στα ζητήματα οικονομικής πολιτικής. Ευτυχώς, θα μπορούσε να πει κανείς, το κράτος, για πολλά ακόμη χρόνια, δεν θα είναι σε θέση να δανείζεται και να αποκρύπτει τις αποτυχίες της κυβέρνησης. Εμμέσως δηλαδή ο πολίτης έχει ανακτήσει τον έλεγχο επί των ανοιγμάτων του κράτους και μπορεί τώρα να φοβάται λιγότερο ότι οι πολιτικοί θα τον φεσώνουν με την ανικανότητά τους, χωρίς να το μαθαίνει, παρά μόνον όταν έχει πλέον καταρρεύσει η κρατική αξιοπιστία, όπως συνέβη το 2010.

Δεν είναι όμως μόνον οι πολίτες που θέλουν να δουν τη χώρα τους να κυβερνάται από την Αθήνα, με σεβασμό βεβαίως στους κοινούς κανόνες της Ευρωζώνης. Το ίδιο επιθυμούν και οι μεγάλες πρωτεύουσες και κυρίως οι Γερμανοί. Οι πιέσεις θα είναι μεγάλες, ώστε μετά τις εκλογές του προσεχούς Σεπτεμβρίου να υποχρεωθεί η Αθήνα να αναλάβει πλήρως το βάρος των αποφάσεων για την ολοκλήρωση του ελληνικού προγράμματος.

Η επεξεργασία του προϋπολογισμού για το έτος 2014, που θα γίνει την περίοδο Οκτωβρίου – Δεκεμβρίου, δίνει χειροπιαστή ευκαιρία στην άσκηση σοβαρότατων πιέσεων προς τον Γιάννη Στουρνάρα και την κυβέρνηση. Στην ίδια κατεύθυνση θα κινηθεί και η επόμενη έκθεση της τρόικας. Η αποτίμηση των άμεσων προοπτικών της οικονομίας θα είναι αυστηρή, με αποτέλεσμα να αποσαθρώνει την επιχειρηματολογία του οικονομικού επιτελείου, σύμφωνα με την οποία η εξέλιξη της οικονομικής δραστηριότητας θα δει θετικό πρόσημο στο δεύτερο μισό του 2014. Δεν είναι άλλωστε μόνον οι Βρυξέλλες που διαβλέπουν πλέον δυσκολίες στην επιστροφή της έστω και μικρής ανάπτυξης. Μετά τον ΟΟΣΑ, που πρόσφατα επέμεινε στην απαισιόδοξη εκτίμησή του (-1,2% για το 2014), εγχώριοι θεσμικοί Οργανισμοί ανησυχούν ότι θα χρειαστεί να αλλάξουν κι αυτοί πρόσημο στις εκτιμήσεις τους.

Το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης δεν αγνοεί τα προβλήματα που υπάρχουν. Στην κορυφή της κυβέρνησης αντιλαμβάνονται πως ο πολιτικός χρόνος κυλά με γρήγορο ρυθμό και, αν κάτι δεν έχει αλλάξει μέχρι τις αρχές της άνοιξης, η Ελλάδα θα υποχρεωθεί να ζητήσει μια τρίτη δανειακή σύμβαση.

Για να μη συμβεί αυτό, η κυβέρνηση πρέπει σύντομα να ανακτήσει τον έλεγχο της οικονομικής πολιτικής. Πώς όμως θα μπορούσε να επιτύχει σε παρόμοιο στόχο, όταν οι ανθρώπινες αδυναμίες στα κρίσιμα πόστα διοίκησης συνδυάζονται με απανωτές αποτυχίες; Καθυστερήσεις και «ασυνεννοησία» στις αποκρατικοποιήσεις, άρνηση προσαρμογής στην κρατική διοίκηση, επιμονή φοροδιαφυγής, εισφοροδιαφυγής και «μαύρης» εργασίας, αντιδημοκρατικές καθυστερήσεις στη λειτουργία της δικαιοσύνης, που συμποσούνται στη συντήρηση υψηλότατου κόστους λειτουργίας ενός κράτους που καταπονεί τους πολίτες.

Μέχρι πριν από λίγο καιρό, οι ελπίδες ότι ο έλεγχος θα ανακτηθεί, αφότου ολοκληρωθεί η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, ήσαν ακόμη ζωντανές. Οι εξελίξεις δείχνουν όμως ότι οι αποταμιευτές δεν εμπιστεύονται ακόμη το τραπεζικό σύστημα, με αποτέλεσμα οι χορηγήσεις να είναι υπερβολικά υψηλές σε σχέση με τις καταθέσεις. Επιπλέον, η άρνηση πληρωμών των δανείων συνεχίζεται με πλήρη ευθύνη των κομμάτων (συγκυβέρνησης και αντιπολίτευσης), των κακών επιχειρηματιών, επαγγελματιών (όπως οι δικηγόροι δανείων) αλλά και του κράτους, που ασκεί υπερβολική φορολογική πίεση. Βεβαίως, η Τράπεζα Ελλάδος υπολογίζει στο «μαξιλάρι» ασφαλείας που είχε εξαρχής προβλέψει, πλην όμως στο ίδιο «απόθεμα δανείων» δείχνει να στηρίζεται και το υπουργείο Οικονομικών.

Για να επιτύχει η ανάκτηση ελέγχου της κυβέρνησης επί της οικονομικής πολιτικής, πρέπει οι ελεγκτές πρώτης βαθμίδας και τα εκατοντάδες στελέχη και άλλοι υπάλληλοι της τρόικας να περιοριστούν. Αριθμητικά και κυρίως στην ουσία των αποφάσεων. Κάτι τέτοιο όμως δεν μπορεί να γίνει όσον καιρό αποφεύγουμε να αντιμετωπίσουμε τα παλιά και πολύ συγκεκριμένα προβλήματά μας, με αποτέλεσμα να επιμηκύνεται συνεχώς η περίοδος ίασης. Κάποιοι λένε ότι η Ελλάδα θα χρειαστεί μια δεκαετία για να ξαναβρεί τον δυναμισμό της. Πρέπει να τους διαψεύσουμε!