ΑΠΟΨΕΙΣ

Δεν χρειαζόμασταν Μνημόνιο

Μετά πέντε χρόνια συνεχούς ύφεσης η χώρα βιώνει ένα πρωτόγνωρο δράμα. Η ανεργία αυξάνεται με αλματώδεις ρυθμούς, ενώ και όσοι διατηρούν τις δουλειές τους έχουν υποστεί βίαιες περικοπές. Ολοι συμφωνούν ότι «οι αριθμοί δεν βγαίνουν» και πως πέρα από την απρόσκοπτη εφαρμογή των αυστηρών μέτρων προσαρμογής, απαιτούνται και άλλες κινήσεις απομείωσης του χρέους.

Κι όμως, ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός που οδήγησε τη χώρα σε αδιέξοδο και κατέστησε αναγκαία την προσφυγή στον μηχανισμό στήριξης, ήταν προϊόν της δικής μας ανικανότητας και λαϊκισμού, που σε συνδυασμό με τις μίζες (σε ένα ευρύ φάσμα αποδεκτών, από πολιτικούς μέχρι πολεοδόμους), απεδείχθη το πλέον εκρηκτικό μείγμα.

Δεν χρειαζόταν να έρθει καμία τρόικα για να εξορθολογισθούν οι προσλήψεις στο Δημόσιο, να σταματήσει η παροχή «μαϊμού» συντάξεων, να εκλείψουν οι πλασματικές συνταγογραφήσεις, να περιορισθούν οι προκλητικές σπατάλες στις προμήθειες των φαρμάκων, να δημιουργηθεί ένα σύγχρονο και πλήρες Κτηματολόγιο, να εντοπισθεί και να φορολογηθεί η μεγάλη ακίνητη περιουσία κάποιων, αλλά και να αρχίσουν να καταβάλουν φόρους σωρεία επιχειρήσεων, όλων των μεγεθών, από όλο το φάσμα δραστηριοτήτων.

Εάν είχαμε δεχθεί ως κοινωνία κάποιες από τις κινήσεις του Κων. Μητσοτάκη στις αρχές της δεκαετίας του ’90, και αν, στη συνέχεια, δεν είχαμε αποθαρρύνει τον Αλέκο Παπαδόπουλο, δεν είχαμε εξοστρακίσει τον Τάσο Γιαννίτση, με λίγα λόγια αν δεν είχαμε επιλέξει σε κάθε κρίσιμο σταυροδρόμι τον «εύκολο» δρόμο, που όμως, μακροπρόθεσμα, οδηγεί σε χειρότερα αποτελέσματα, η χώρα θα ήταν σήμερα σε πολύ καλύτερη κατάσταση και σίγουρα δεν θα χρειαζόμασταν κανένα Μνημόνιο.

Αν δεν ενοχοποιούσαμε την ιδιωτική πρωτοβουλία και κατ’ επέκταση τις αποκρατικοποιήσεις, θα είχαμε εξασφαλίσει πολλαπλάσια έσοδα για το κράτος από αυτά που προκύπτουν τώρα. Αν κάποιοι υπουργοί δεν «φόρτωναν» το Δημόσιο με χιλιάδες αχρείαστους για την οικονομική απόδοση -αλλά, προφανώς, χρήσιμους για την πολιτική τους επιβίωση- υπαλλήλους, η οικονομία θα ήταν πιο παραγωγική και ανταγωνιστική και, μακροπρόθεσμα, η ανεργία χαμηλότερη. Και εάν επί δεκαετίες δεν σπαταλούσαμε τις επιδοτήσεις της Ε.Ε. και αξιοποιούσαμε την τεχνογνωσία που μας προσφερόταν, θα είχαμε μια διαφορετική παραγωγική βάση και δομή της οικονομίας. Αλλωστε, ακόμη και σήμερα είναι σαφές ότι η μόνη ελπίδα για την Ελλάδα είναι η καινοτομία και η εξωστρέφεια. Η δραματική μείωση του κόστους εργασίας δεν πρόκειται να καταστήσει την ελληνική οικονομία ανταγωνιστική. Για να είναι υγιής και διατηρήσιμη η μείωση του εμπορικού ελλείμματος πρέπει να οφείλεται πρωτίστως στην αύξηση των εξαγωγών, όχι στη μείωση των εισαγωγών λόγω της αδυναμίας των Ελλήνων να αγοράσουν.

Σήμερα, αναπόφευκτα τίθεται το ερώτημα εάν το «πάθημα μάς έγινε μάθημα» και στο πλαίσιο αυτό έρχονται στη μνήμη οι εκλογές του 2009. Παρά τις σημαντικές ευθύνες που ευλόγως προσάπτουν στον Κώστα Καραμανλή για τη δική του συμβολή στον δημοσιονομικό εκτροχιασμό της χώρας -οι ευθύνες είναι πολλές και ανήκουν σε πολλούς- τον Οκτώβριο του ’09 ο τότε πρωθυπουργός περιέγραφε με μελανά χρώματα την κατάσταση και πρότεινε πάγωμα μισθών και συντάξεων για τουλάχιστον δύο χρόνια. Σε αντιδιαστολή, ο Γ. Παπανδρέου οδήγησε πιεστικά τη χώρα σε πρόωρες εκλογές και στη συνέχεια διεμήνυε το περίφημο «λεφτά υπάρχουν» και υποσχόταν αυξήσεις, ενώ ακόμη και μετά την ανάληψη της εξουσίας, όταν η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ άρχισε διστακτικά να μιλάει για πάγωμα μισθών άνω των 2.000 ευρώ, τελικά υπέκυψε στην ανταρσία του Χρ. Παπουτσή.

Στις επόμενες εκλογές, όποτε και αν διεξαχθούν αυτές, θα επιβραβεύσουμε και πάλι αυτούς που θα υπόσχονται τις εύκολες αλλά ανέφικτες λύσεις ή αυτούς που θα έχουν την τόλμη να πουν τις σκληρές αλήθειες και να προτείνουν επώδυνα αλλά ρεαλιστικά μέτρα;

Η επισήμανση αφορά όχι μόνον τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και τα κόμματα της συγκυβέρνησης που διαχειρίζονται τη δύσκολη κατάσταση, όπως και τη ΔΗΜΑΡ που με τις παλινδρομήσεις της έχει τραυματίσει την εικόνα της «Αριστεράς της ευθύνης» που με συνέπεια είχε οικοδομήσει κατά το προηγούμενο διάστημα. Αφορά, όμως, και τον λαό ο οποίος δεν έχει πλέον δικαιολογίες. Εχει αίσθηση της πραγματικότητας και καλείται να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων.