ΑΠΟΨΕΙΣ

Ωδινεν όρος και έτεκεν μυν

Υπάρχει μια παροιμία, κοινή στην ελληνική και την τουρκική γλώσσα, που αποτελεί και το πλέον ευσύνοπτο σχόλιο στο «πακέτο εκδημοκρατισμού» που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός της Τουρκίας Τ. Ερντογάν: «Ωδινεν όρος και έτεκεν μυν» ή «Dag fare dogurdu». Τα εδώ και εβδομάδες αναμενόμενα και πολυδιαφημισμένα μέτρα περιλαμβάνουν πολλά θετικά σημεία, υπολείπονται ωστόσο σαφώς των προσδοκιών που είχαν καλλιεργηθεί. Η άρση κάθε διοικητικού περιορισμού στη χρήση της ισλαμικής μαντίλας στον δημόσιο χώρο αποτυπώνει μια κατάκτηση του τουρκικού πολιτικού Ισλάμ, αναφέρεται όμως σε ένα πρόβλημα ντε φάκτο ήδη λυμένο. Αντιθέτως, κρίσιμα ζητήματα για τις μειονότητες της χώρας, όπως η εισαγωγή της κουρδικής γλώσσας στο πρόγραμμα διδασκαλίας των δημόσιων σχολείων, η αναγνώριση των θρησκευτικών δικαιωμάτων των Αλεβιτών και η επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης παρεπέμφθησαν για άλλη μία φορά στις ελληνικές καλένδες.

Ενδεικτική των κυβερνητικών προθέσεων είναι και η αντιμετώπιση του ζητήματος της μεταβολής του τουρκικού εκλογικού νόμου και της καταργήσεως του ορίου 10% για την εκπροσώπηση ενός κόμματος στην τουρκική Βουλή. Ο κ. Ερντογάν προσκάλεσε τα πολιτικά κόμματα σε διάλογο για τη μείωση ή και κατάργηση του ορίου, υπό τον όρο ωστόσο της επαναχαράξεως του εκλογικού χάρτη της Τουρκίας και την εισαγωγή ολιγοεδρικών ή μονοεδρικών εκλογικών περιφερειών. Μια τέτοια μεταρρύθμιση-πακέτο θα ωφελούσε εκλογικώς το φιλοκουρδικό Κόμμα Ειρήνης και Δημοκρατίας (ΒDΡ) στις ανατολικές και νοτιοανατολικές επαρχίες της χώρας, αλλά ακόμη περισσότερο το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Αναπτύξεως (ΑΚΡ) στην υπόλοιπη Τουρκία. Το μεγάλο θύμα μιας τέτοιας μεταρρυθμίσεως θα ήταν το ακροδεξιό Κόμμα Εθνικιστικής Δράσεως (ΜΗΡ), μεγάλο μέρος των εδρών του οποίου θα περιερχόταν στο ΑΚΡ. Τα παραπάνω συνηγορούν στην αντιμετώπιση του προτεινομένου «πακέτου μεταρρυθμίσεων» όχι με κριτήρια εκδημοκρατισμού, αλλά αμιγώς εκλογικά.

Ενόψει των κρισίμων πολιτικών αναμετρήσεων του 2014, ο κ. Ερντογάν προσανατολίζεται στη διατήρηση εν ζωή της «διαδικασίας επιλύσεως του Κουρδικού», χωρίς όμως την πρόθεση θαρραλέων βημάτων προς την κατεύθυνση ενός ιστορικού συμβιβασμού. Κάτι τέτοιο -όπως άλλωστε και η επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης- θα έθετε σε κίνδυνο την προσπάθεια μονοπωλήσεως του χώρου της τουρκικής Δεξιάς και την πολιτική περιθωριοποίηση του ακροδεξιού ΜΗΡ. Η προσέλκυση ικανού τμήματος της ψήφου των Κούρδων παράλληλα με αυτήν των συντηρητικών εθνικιστών Τούρκων προϋποθέτει λεπτές κινήσεις τακτικών ισορροπιών οι οποίες και αναμένεται να συνεχισθούν. Αποτελεί ερώτημα ωστόσο αν το κουρδικό πολιτικό κίνημα της Τουρκίας προτίθεται να συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις με την τουρκική κυβέρνηση υπό αυτούς τους όρους και να αρκεσθεί στη θέση του ελάσσονος εταίρου σε μια «λεόντειο εταιρεία» με το ΑΚΡ ή θα απειλήσει με αποχώρηση από τη διαδικασία ειρηνεύσεως.

Στο «πακέτο εκδημοκρατισμού» δεν περιλαμβάνονται, τέλος, σημαντικές πρόνοιες που αφορούν το κοσμικό και φιλελεύθερο τμήμα της τουρκικής κοινωνίας. Καθώς, κατά τους εκλογικούς υπολογισμούς του ΑΚΡ, η πολιτική ηγεμονία του δεν εμποδίζεται από την αποξένωση κοσμικών και φιλελευθέρων, το παραπάνω δεν αποτελεί έκπληξη. Αν όμως κατά το παρελθόν ένα σημαντικό τμήμα της τουρκικής κοσμικής μεσαίας τάξεως ήταν διατεθειμένο να παραβλέψει τις ελλείψεις και να δει το «ποτήρι των μεταρρυθμίσεων μισογεμάτο αντί μισοάδειο», το απόθεμα καλής πίστεως στέρεψε με τα γεγονότα του καλοκαιριού. Το παράδοξο μιας «διαδικασίας εκδημοκρατισμού», επιβαλλομένης άνωθεν και ερήμην της μεσαίας τάξεως, οριοθετεί και τις προοπτικές επιτυχίας της.

* Ο κ. Ιωάννης Ν. Γρηγοριάδης είναι επίκουρος καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Μπίλκεντ και επιστημονικός συνεργάτης του ΕΛΙΑΜΕΠ.