Ο Juan Linz και η κατάρρευση των δημοκρατικών καθεστώτων

Ο Juan Linz και η κατάρρευση των δημοκρατικών καθεστώτων

3' 49" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Μπορεί να μην ήταν ευρύτερα γνωστός, όμως ο Juan Linz υπήρξε μια από τις σημαντικότερες μορφές της σύγχρονης πολιτικής επιστήμης. Γεννήθηκε στην Βαϊμάρη το 1926 από πατέρα Γερμανό και μητέρα Ισπανίδα. Ο πατέρας του πέθανε όταν ήταν ακόμη μικρό παιδί και επέστρεψε με τη μητέρα του στην Ισπανία, όπου έζησε στο πετσί του την πολιτική ένταση της δεκαετίας του ’30 και τον εμφύλιο πόλεμο, εμπειρίες που του άφησαν βαθιά σημάδια. Τη δεκαετία του ’50 έφυγε για σπουδές στην Αμερική και κατόπιν εξελέγη καθηγητής Συγκριτικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Γέιλ, όπου δίδαξε ώς το τέλος. Πέθανε την 1η Οκτωβρίου, σε ηλικία 87 ετών. Η περιέργειά του ήταν αστείρευτη, δούλευε ακατάπαυστα μέχρι το τέλος της ζωής του και τον θυμάμαι να έρχεται σε πανεπιστημιακά σεμινάρια ακόμη και όταν δεν μπορούσε πια να περπατήσει. Μελετητής των πολιτικών συστημάτων και των δημοκρατικών θεσμών με δεκάδες σημαντικές δημοσιεύσεις, υπήρξε ένας παραδειγματικός δάσκαλος που διηύθυνε 65 διδακτορικές διατριβές. Ηταν ονομαστός για τη φιλοξενία του και την προσήλωση με την οποία παρακολουθούσε τους φοιτητές του, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι σήμερα καθηγητές σε πανεπιστήμια δεκάδων χωρών. Είχα τη μεγάλη τύχη να τον γνωρίσω από κοντά στο Γέιλ και η εμπειρία αυτή αποτελεί για μένα πηγή έμπνευσης.

Επιστρέφοντας από την κηδεία του την προηγούμενη εβδομάδα, ξανάνοιξα έπειτα από χρόνια ένα από τα πιο γνωστά βιβλία του, την «Κατάρρευση των δημοκρατικών καθεστώτων» που δημοσιεύθηκε το 1978. Αρχικό ερέθισμα για να γραφτεί το βιβλίο αυτό ήταν η μελέτη του Γερμανού ιστορικού Karl Dietrich Bracher για την πτώση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Αντίθετα, όμως, από τον Bracher, ο Linz ενδιαφερόταν για τα γενικά χαρακτηριστικά του φαινομένου της δημοκρατικής κατάρρευσης, πέρα δηλαδή από τις επιμέρους περιπτώσεις.

Ο Linz επισημαίνει τη σημασία της πολιτικής νομιμοποίησης των δημοκρατικών θεσμών και υπογραμμίζει πως η νομιμοποίηση αυτή είναι συχνά συνάρτηση των επιδόσεων των δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων. Σε περιόδους κρίσεων, όταν οι δημοκρατικές κυβερνήσεις αποδεικνύονται αναποτελεσματικές, αναδύονται αντισυστημικά κόμματα, τόσο στα δεξιά όσο και στα αριστερά του πολιτικού φάσματος. Ας σημειώσω εδώ παρενθετικά πως δεν πρόκειται για την ανεκδιήγητη εγχώρια «θεωρία των δύο άκρων», αλλά για τη θεωρία του «πολωμένου πλουραλισμού» που διατύπωσε ένας άλλος κορυφαίος πολιτικός επιστήμονας, ο Ιταλός Giovanni Sartori. Πράγματι, το πολιτικό κλίμα των μεγάλων κρίσεων ευνοεί την πόλωση, τη δημαγωγία, τη ρητορική πλειοδοσία και την πεζοδρομιακή βία. Ο λόγος των αντισυστημικών κομμάτων ταυτίζει το δημοκρατικό καθεστώς με τις αναποτελεσματικές κυβερνήσεις, ενώ είναι γεμάτος αναφορές σε κάποια αόριστη «πραγματική δημοκρατία», την οποία μόνο αυτά μπορούν να καθιερώσουν. Την ίδια στιγμή οι αδύναμες κυβερνήσεις υποκύπτουν συχνά στον πειρασμό της εισαγωγής εκπτώσεων στη δημοκρατική πρακτική, με αποκορύφωμα την απόπειρα προσεταιρισμού του στρατού. Οταν επέρχεται, η κατάρρευση είναι μεν απότομη και ξαφνική, αλλά δεν παύει να είναι το αποτέλεσμα μιας μακρόσυρτης διαδικασίας που έχει ροκανίσει τα θεμέλια της δημοκρατίας. Οι συνθήκες μπορεί να ποικίλλουν από χώρα σε χώρα, αλλά κυριαρχούν οι φήμες, το κενό εξουσίας και η πεζοδρομιακή βία. Συχνά, μάλιστα, η ίδια η στιγμή της κατάρρευσης δεν γίνεται καν αντιληπτή ως τέτοια από τους περισσότερους δρώντες.

Διαβάζοντας την ανάλυση αυτή, δεν μπόρεσα να μην προβληματιστώ για την ειρωνεία της ζωής. Το βιβλίο αυτό ξεκίνησε να γράφεται την εποχή που η δημοκρατία υποχωρούσε στη Λατινική Αμερική. Οταν το διάβασα, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, η κατάσταση είχε εντελώς αντιστραφεί με το λεγόμενο «Τρίτο κύμα της Δημοκρατίας». Ξαναδιαβάζοντάς το αυτές τις μέρες με εντυπωσίασαν οι ομοιότητες με τη σημερινή Ελλάδα: αδυναμία και αναποτελεσματικότητα των κομμάτων-στυλοβατών της Τρίτης Δημοκρατίας, απονομιμοποίηση των δημοκρατικών θεσμών, άνοδος των άκρων, άνθηση της πολιτικής βίας: όλα τα συστατικά είναι εδώ. Οδεύουμε, λοιπόν, ολοταχώς προς την κατάρρευση; Πολύ θα ήθελα να ρωτήσω τον Linz και παρότι δεν μπορώ, πιστεύω πως είμαι σε θέση να μαντέψω την απάντηση που θα μου έδινε.

Θα μου έλεγε, πιστεύω, πως παρά τις εντυπωσιακές ομοιότητες υπάρχουν και σημαντικές διαφορές. Παρά τα προβλήματά της, η Ελλάδα παραμένει πολύ πλουσιότερη από τις χώρες που μελέτησε ο ίδιος. Επιπλέον ο κόσμος διδάχτηκε από τη διπλή εμπειρία του φασισμού και του κομμουνισμού: αντίθετα από τον Μεσοπόλεμο ή τον Ψυχρό Πόλεμο, σήμερα δεν υπάρχει, τουλάχιστον όχι στη Δύση, αντίπαλον δέος. Τα άκρα καταφέρνουν να εισπράξουν ένα ποσοστό της διαμαρτυρίας, αλλά είναι καταδικασμένα δίχως πειστική αντιπρόταση. Αντιθέτως, το δημοκρατικό ρεύμα είναι σήμερα ισχυρότερο από ποτέ, όπως δείχνουν οι αγώνες των λαών που ζουν σε αυταρχικά καθεστώτα. Τέλος, ο στρατός έχει αποχωρήσει από την πολιτική.

Παρ’ όλ’ αυτά, πιστεύω πως ο Linz θα μου επεσήμαινε πως παρά τις καθησυχαστικές αυτές διαφορές, δεν επιτρέπεται να εφησυχάζουμε. Η νομιμοποίηση της δημοκρατίας δεν μπορεί να εξαρτάται από την αποτελεσματικότητα των εκάστοτε κυβερνήσεων. Μας αφορά όλους και μάλιστα σε καθημερινή βάση.

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Yale.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή