ΑΠΟΨΕΙΣ

Η αμοιβαιότητα και η Χάλκη

Η νέα άρνηση των τουρκικών αρχών να επιτρέψουν την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης προκάλεσε αντιδράσεις και συζητήσεις εντός και εκτός Τουρκίας. Αυτές οδήγησαν σε επανειλημμένες δημόσιες παρεμβάσεις του Τούρκου πρωθυπουργού Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν για το θέμα. Ο Τούρκος πρωθυπουργός υποστήριξε ότι η μη συμπερίληψη της επαναλειτουργίας της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης στο «πακέτο εκδημοκρατισμού» οφείλεται στην «απουσία προόδου» στα ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων της μειονότητος στη Δυτική Θράκη, καθώς και στην κωλυσιεργία των ελληνικών αρχών στο ζήτημα λειτουργίας μουσουλμανικού τεμένους στην Αθήνα. Αναφέρθηκε επίσης στη διεξαγωγή λειτουργιών στη Μονή Σουμελά και τον ναό του Τιμίου Σταυρού στη νήσο Αχταμάρ της λίμνης Βαν ως δείγματα καλής θελήσεως της τουρκικής πλευράς, ενώ, κατά δήλωσή του, η ελληνική κυβέρνηση εκώφευσε στα τουρκικά αιτήματα για την αναστήλωση και επαναλειτουργία των δύο οθωμανικών τεμενών στην Αθήνα.

Επανεισήγαγε, λοιπόν, ο κ. Ερντογάν πανηγυρικώς την αρχή της αμοιβαιότητος αναφορικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα των μειονοτήτων σε Ελλάδα και Τουρκία. Η αντίληψη αυτή, που στερείται κάθε νομικής βάσεως και προϋποθέτει ότι οι μειονοτικοί ουσιαστικά έχουν στάτους όχι πολιτών της χώρας τους αλλά «εντοπίων αλλοδαπών» κατά την προσφιλή διατύπωση παλαιών τουρκικών δικαστικών αποφάσεων, αποτελεί τη ρίζα των διακρίσεων εναντίον των μειονοτήτων σε Ελλάδα και Τουρκία. Επιπλέον, εμφανίσθηκε ο κ. Ερντογάν και ως προστάτης των θρησκευτικών ελευθεριών, όχι μόνο της μειονότητος στη Δυτική Θράκη, αλλά και όλων των μουσουλμάνων που κατοικούν στην Ελλάδα.

Αν και η παρέμβαση είναι απαράδεκτη επί της αρχής, αυτό δεν θα έπρεπε να αποτρέψει την εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών. Στο ζήτημα της εκλογής των μουφτήδων είναι σκόπιμη η εύρεση μιας φόρμουλας που θα εξασφαλίζει τη συμμετοχή της μουσουλμανικής μειονότητος στη διαδικασία. Το αν οι μουφτήδες στην Τουρκία διορίζονται από το τουρκικό Δημόσιο δεν επιτρέπεται να αποτελεί πυξίδα χαράξεως της ελληνικής πολιτικής. Το μέτρο της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ελλάδα οφείλει να είναι οι διεθνείς και ευρωπαϊκές συνθήκες. Εξάλλου, απαράδεκτη είναι και η αβελτηρία στο ζήτημα της λειτουργίας ενός μουσουλμανικού τεμένους για τους χιλιάδες μουσουλμάνους που εγκαταβιούν στην Αθήνα. Υποβιβάζει την Ελλάδα διεθνώς και την εκθέτει στα μάτια του ισλαμικού κόσμου και όχι μόνον. Αν η κατασκευή του τεμένους στον Βοτανικό είναι πραγματικά τόσο δύσκολη υπόθεση, θα μπορούσε η κυβέρνηση να επιτρέψει -προσωρινώς και μέχρι το άνοιγμα του πολυπλάγκτου νέου τεμένους- τη λειτουργία του τεμένους «Τζισταράκη» στο Μοναστηράκι. Ετσι, όχι μόνο θα εκπληρώσει μια θεμελιώδη συνταγματική υποχρέωση προς τους μουσουλμάνους κατοίκους των Αθηνών, αλλά και θα στερήσει και το τελευταίο πρόσχημα για τη μη επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης.

Τέλος, αξιοσημείωτη είναι και η αναφορά στα δύο οθωμανικά τεμένη των Αθηνών σε συνδυασμό με τη Μονή Σουμελά και τον αρμενικό ναό στη λίμνη Βαν. Ωστόσο, ούτε η Μονή Σουμελά ούτε ο ναός του Τιμίου Σταυρού παραδόθηκαν προς αναστήλωση και λειτουργία στις ελληνικές και αρμενικές αρχές αντιστοίχως. Και στις δύο περιπτώσεις, επετράπη η διεξαγωγή λειτουργίας μία φορά τον χρόνο από μέλη της ελληνικής και αρμενικής μειονότητος της Τουρκίας αντιστοίχως. Αν ο κ. Ερντογάν επιμένει στο ενδιαφέρον του να αναστηλώσει και να επαναλειτουργήσει η Τουρκία τα τεμένη «Τζισταράκη» και «Φετχιγιέ» στην Αθήνα, θα μπορούσε και η ελληνική κυβέρνηση να αιτηθεί να αναλάβει την αναστήλωση και την επαναλειτουργία δύο από τους πολλούς βυζαντινούς ναούς που έχουν μετατραπεί σε τεμένη στην Κωνσταντινούπολη, π.χ. της μονής Παμμακαρίστου και της Αγίας Θεοδοσίας. Τότε θα φαινόταν και πόσο ειλικρινές είναι το ενδιαφέρον του κ. Ερντογάν για τους μουσουλμάνους των Αθηνών.

* Ο κ. Ιωάννης Ν. Γρηγοριάδης είναι επίκουρος καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Μπίλκεντ και επιστημονικός συνεργάτης του ΕΛΙΑΜΕΠ.