ΑΠΟΨΕΙΣ

Εξουσία που μεροληπτεί αυτοκαταργείται

Μοιάζει λογικά απίθανο να υπάρχει έστω και ένας πολίτης του ελλαδικού κράτους που να πιστεύει ότι: τετρακόσιες σαράντα μία χιλιάδες δεκαοκτώ συμπολίτες μας ψήφισαν στις εκλογές πέρυσι τη «Χρυσή Αυγή», επειδή ασπάζονται την ιδεολογία του Ναζισμού, δικαιώνουν τα μεθοδικά του εγκλήματα, τους γοητεύει η παρανοϊκή προσωπικότητα του Χίτλερ και θα προτιμούσαν να ζουν σε καθεστώς ολοκληρωτισμού.

Εξ ίσου απίθανο λογικά μοιάζει και το ενδεχόμενο: αυτές οι τετρακόσιες τόσες χιλιάδες ψηφοφόρων να εκτίμησαν ότι μπορούν να εμπιστευθούν τη διαχείριση της ζωής τους και του μέλλοντος των παιδιών τους σε μια ομάδα ανθρώπων τού κοινωνικού περιθωρίου με εμφάνιση, συμπεριφορές και λεξιλόγιο που μαρτυρούν αναμφίβολη ψυχανωμαλία.

Το πιθανότερο λογικά ενδεχόμενο, που βεβαιώνεται και εμπειρικά στην καθημερινότητα της κοινωνικής αναστροφής, είναι να επέλεξαν οι ψηφοφόροι τη X.A., πέρα από κάθε λογική αυτοπροστασίας και κοινωνικής ευθύνης, μόνο για να δηλώσουν οργή, σιχασιά, απελπισία. Εδωσαν την ψήφο τους στο χάος, για να εκδικηθούν το σάπιο, ανίκανο, αποκομμένο από τις ανάγκες της κοινωνίας κομματικό σύστημα. O θυμός δεν άφηνε περιθώρια στη νηφάλια σκέψη και κρίση να λογαριάσει ποιες συνέπειες θα είχε για το διαλυμένο κράτος και την εκβαρβαρωμένη κοινωνία μας η παρουσία των περιθωριακών μέσα στο κοινοβούλιο. Ούτε το «λευκό» ούτε το «άκυρο» αρκούσε σαν ψήφος διαμαρτυρίας των οργισμένων, ψήφισαν τον παραλογισμό για να δώσουν ένα ηχηρό χαστούκι στους σπιθαμιαίους που κατάστρεψαν τη μία, τη μοναδική ζωή μας και συνεχίζουν, με αδιάντροπες ψευδολογίες, απάτες, διαπλοκές, να μας κυβερνούν.

Γιατί όμως τον θυμό τους οι πολίτες δεν τον εκφράσανε ψηφίζοντας κόμματα «της πλάκας» ή κάποιο από τα φανατισμένα γκρουπούσκουλα του μαρξιστικού παλαιοημερολογιτισμού; Μάλλον επειδή η οργανωμένη ψυχανωμαλία είχε κατορθώσει τα τελευταία χρόνια να καπηλεύεται μεθοδικά τη λαϊκή ευαισθησία, σε δύο περιπτώσεις όπου η κυβερνητική ανικανότητα ή ο αριστερόσχημος μηδενισμός την είχαν βάναυσα προκαλέσει:

Πρώτη περίπτωση, ολόκληρες συνοικίες σε αστικά κέντρα (πρωτεύοντως στην πρωτεύουσα) που αφέθηκαν να κατακλυστούν από λαθρομετανάστες, σε σημείο όσοι Ελληνες δεν είχαν τη δυνατότητα να μετοικήσουν, να αποτελέσουν ασήμαντη μειονότητα στη γειτονιά τους ζώντας νύχτα-μέρα σε καθεστώς τρόμου και κοινωνικής απομόνωσης. Δεύτερη περίπτωση, ο επί χρόνια απροκάλυπτος προπαγανδιστικός χλευασμός, διασυρμός και υπονόμευση της ελληνικότητας των Ελλήνων – όποιος μιλούσε για διαχρονική συνέχεια της γλώσσας, της ιστορικής συνείδησης, της πολιτισμικής ιδιαιτερότητας ήταν «Ελληναράς», «εθνικιστής», περίπου φασίστας. Αυτό το κλίμα το επέβαλε εξουσιαστικά η πολιτική των κυβερνήσεων του πράσινου και του γαλάζιου ΠΑΣΟΚ, άμεσα ή έμμεσα κατευθυνόμενη από μια μηδενιστική τάχα και «Αριστερά».

Με την πρόκληση της λαθρομετανάστευσης οι πρασινο-γαλάζιες κυβερνήσεις απέδειξαν την εγκληματική τους ανικανότητα και η μηδενιστική «Αριστερά» τον αντιλαϊκό χαρακτήρα της. Οπως στις συνδικαλιστικές διεκδικήσεις η δήθεν «Αριστερά» υποστήριζε πάντα τα χρυσαμειβόμενα «ρετιρέ» του Δημοσίου, έτσι και με τους λαθρομετανάστες βρέθηκε αμέσως «προστάτης» των «δικαιωμάτων» ασυδοσίας τους. Φυσικά, κανένας από τους πράσινους ή γαλάζιους Πασόκους και κανένας από τους «αριστερούς» προστάτες της ανομίας δεν κατοικούσε στην περιοχή της Αθήνας από την πλατεία Βικτωρίας ώς την πλατεία Κολιάτσου, γι’ αυτό και δεν μπορούσε να αντιληφθεί την εκρηκτική πραγματικότητα: H γειτονιά-πατρίδα, ο οικείος χώρος της καθημερινότητας, να έχει μεταμορφωθεί σε τοπίο και αίσθηση ξενιτιάς των ντόπιων, σε γκέτο παρυφών του Σικάγου ή του Μπρονξ. Να ζεις χωρίς γείτονες, να μην ακούς τη γλώσσα σου στους δρόμους, να μην μπορεί να ξεμυτίσει το παιδί σου. Εξω από την πόρτα σου να κάνουν «πεζοδρόμιο» αλλοδαπές γυναίκες και οι «προστάτες» τους πλήθος, μέρα-νύχτα στα πεζοδρόμια, με ένα «κινητό» στο χέρι, να διακινούν, μπροστά στα μάτια σου, την οποιαδήποτε παρανομία.

Η υπεράσπιση των εγκλωβισμένων στα σλαμς Ελλήνων και ενός διαστρεβλωμένου «πατριωτισμού» (όχι διαφορετικού από τον παρανοϊκό φανατισμό των χούλιγκανς για μια ποδοσφαιρική ομάδα) ήταν η ευκαιρία να πετύχει «κοινωνική αποδοχή» ο τραμπουκισμός του περιθωρίου. Στις ψήφους οργής για την ευτέλεια και τη σήψη του κομματικού συστήματος προστέθηκαν και οι ψήφοι του πανικού για την ασυδοσία των λαθρομεταναστών ή της περίτρομης κατάφασης ενός εθνικιστικού πρωτογονισμού. Ετσι μπήκε στο κοινοβούλιο η X.A. με δεκαοχτώ βουλευτές. Της άνοιξαν διάπλατες τις θύρες ο αμοραλισμός του πράσινου και του γαλάζιου ΠΑΣΟΚ, ο μηδενισμός της αντιλαϊκής «Αριστεράς».

Η πρόσφατη αιφνίδια έκρηξη διακομματικού ενδιαφέροντος να παταχθεί η X.A., οι πραγματικές της αιτίες, θα απασχολήσει κάποτε την ιστορική έρευνα. Αφορμή πάντως ήταν η εν ψυχρώ δολοφονία ενός τριαντατετράχρονου. H αστυνομία κινήθηκε με εκπληκτική, πρωτοφανή αποτελεσματικότητα που συμπαρέσυρε και τη Δικαιοσύνη. Εμφανίστηκε, για πρώτη φορά στην Ιστορία, να ομογνωμεί και το κομματικό σύστημα, ναι, με κοινή πολιτική βούληση. Και το ερώτημα είναι: η ομοφωνία ενός υπόδικου στις συνειδήσεις κομματικού συστήματος αρκεί για να εξαφανίσει την απειλή παρουσίας στο κοινοβούλιο του καρκινώματος που το ίδιο το σύστημα γέννησε;

Μια εξουσία που κρίνει ίδια εγκλήματα με διαφορετικά μέτρα και σταθμά, είναι αναξιόπιστη, ύποπτη απάτης: Ελάχιστα εικοσιτετράωρα μετά τη δολοφονία στο Πέραμα, τα Δελτία Ειδήσεων μετέδωσαν (όλα άπαξ και μόνο) ότι ένα δεκαοχτάχρονο παιδί χαροπάλευε στην «εντατική» χτυπημένο σε «ραντεβού θανάτου» οργανωμένων σε σωματεία «φιλάθλων». Δεν ξανακούστηκε ποτέ τίποτα, καμιά πληροφορία αν χάθηκε, όπως προβλεπόταν, το παιδί, αν η αστυνομία συνέλαβε τους φυσικούς αυτουργούς του φόνου, αν η Δικαιοσύνη έκρινε εγκληματικές τις οργανώσεις των πιθηκανθρώπων «φιλάθλων».

Φυσικούς αυτουργούς, δολοφόνους, των ανθρώπων που αποτεφρώθηκαν στη Marfin, δεν μας ανακοίνωσε ποτέ η αστυνομία. Τριάντα χρόνια τώρα δεν καταδικάστηκε ποτέ διαδηλωτής για απόπειρα δολοφονίας εκ προθέσεως, όταν με βόμβα μολότοφ τύλιγε στις φλόγες αστυνομικούς. Συστηματικά συνεχίζει να κρύβει η κυβέρνηση τα ονόματα της διαβόητης «λίστας Λαγκάρντ». Για τους αλλεπάλληλους φρικιαστικούς βανδαλισμούς της πλατείας Συντάγματος, τις καταστροφές, τους εμπρησμούς, το πλιάτσικο δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων, δεν φυλακίστηκε ποτέ κανείς. H φράση κρετίνου περιθωριακού «θα μπούμε με τα τανκς στη Βουλή» κρίθηκε ως απόπειρα κατάλυσης της δημοκρατίας, ενώ η φράση της κυρίας Παπαρήγα «τους νόμους που ψηφίζετε στη Βουλή εμείς τους καταργούμε στο πεζοδρόμιο» κρίθηκε αυτονόητα ανεπίληπτη.

Αναξιόπιστο και ασυνάρτητο ένα πολιτικό σύστημα εγκυμονεί εφιάλτες.