ΑΠΟΨΕΙΣ

1.700 χρόνια από το Διάταγμα των Μεδιολάνων

Οταν αναλογιζόμεθα τους φοβερούς διωγμούς, τα σκληρά μαρτύρια που υπέστησαν οι Χριστιανοί των τριών πρώτων αιώνων από τους διαφόρους ηγεμόνες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, απλώς και μόνον διότι πίστευαν και ομολογούσαν τον Χριστό, κατανοούμε την τεράστια σημασία που είχε για την πορεία της Εκκλησίας και γενικώτερα για την παγκόσμια ιστορία το Διάταγμα των Μεδιολάνων. Ενα κείμενο το οποίο εξεδόθη από τους συναυτοκράτορες της εποχής εκείνης, Κωνσταντίνο και Λικίνιο. Πρόκειται για την πρώτη διακήρυξη στην Ευρώπη της θρησκευτικής ελευθερίας*.

Με την ευκαιρία του εορτασμού (6.10.2013) της 1.700ής επετείου του Διατάγματος των Μεδιολάνων στη Νις, την παλαιά Ναϊσό όπου γεννήθηκε ο Μέγας Κωνσταντίνος, θα θέλαμε να επισημάνουμε δύο σημεία. Το πρώτο έχει σχέση με τη δίκαιη διεκδίκηση ορισμένων Ορθοδόξων Εκκλησιών, οι οποίες προ ετών υπέστησαν βαρείς αθεϊστικούς διωγμούς (όπως η Αλβανία). Και το δεύτερο αφορά στην ευθύνη όσων έχουμε υπεύθυνη θέση στην Εκκλησία να ενισχύσουμε τη θρησκευτική ελευθερία καθώς και την ενδεδειγμένη στάση μας στις διαμορφούμενες παγκόσμιες συνθήκες.

1. Το κεντρικό θέμα του Διατάγματος είναι ότι οι χριστιανοί, όπως και όλοι οι άλλοι πολίτες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, μπορούν να ασκούν τη θρησκεία τους ελεύθερα, και ότι καταργούνται όλοι οι κατά το παρελθόν εκδοθέντες νόμοι καθώς και τα άλλα διατάγματα κατά του Χριστιανισμού.

Μελετώντας το κείμενο του Διατάγματος, μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση η άμεση σύνδεση της θρησκευτικής ελευθερίας με την επιστροφή των χώρων λατρείας στους χριστιανούς, χωρίς υποχρέωση εξαγοράς. Είναι χαρακτηριστική η λεπτομερής αναφορά και η επιμονή εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής. Το εν τρίτον του κειμένου αναφέρεται σ’ αυτό το ζήτημα. Αποκαλυπτική είναι η εμφατική του γλώσσα: «Θεσπίζουμε δε, ειδικά για τους χριστιανούς, εκτός από τα άλλα και τούτο· τους χώρους των, όπου πρώτα συνήθιζον να συναθροίζωνται, … αν μερικοί φαίνωνται ότι τους αγόρασαν, ή από το δικό μας ταμείο ή από κάποιο άλλο, να τους επιστρέψουν στους ίδιους τους χριστιανούς, χωρίς χρήματα και χωρίς καμμιά απαίτηση του αντιτίμου των, αφού απορριφθεί κάθε αμέλεια και αμφισβήτηση· και αν μερικοί έτυχε να πάρουν τέτοιους χώρους σαν δώρο, το ταχύτερο να τους επιστρέψουν στους ίδιους τους χριστιανούς. Ετσι ώστε, αν αυτοί που τους αγόρασαν ή εκείνοι που τους πήραν σαν δωρεά ζητούν κάτι από την καλοκαγαθία μας, να προσέλθουν στον τοπικό δικαστικό έπαρχο, για να ληφθή και γι’ αυτούς πρόνοια από την δική μας επιείκεια. Ολοι αυτοί οι χώροι πρέπει να παραδοθούν πάραυτα στο σώμα των χριστιανών με την φροντίδα σου χωρίς καμμία χρονοτριβή».

Και όχι μόνον οι χώροι λατρείας, αλλά πολύ ευρύτερα όλα τα περιουσιακά στοιχεία των χριστιανών έπρεπε με τους ίδιους όρους να επιστραφούν «χωρίς καμμία απολύτως αμφισβήτηση».

Αρρηκτη, λοιπόν, συνέπεια της θρησκευτικής ελευθερίας είναι η επιστροφή των ιερών χώρων λατρείας. Ως εκ τούτου, χρέος μας είναι να επιμείνουμε και σ’ αυτή την πλευρά της εννοίας της θρησκευτικής ελευθερίας και να διεκδικήσουμε τα εξ αυτής απορρέοντα δικαιώματά μας (όπως το κάναμε στην περίπτωση του ναού της Πρεμετής). Δυστυχώς, ορισμένα σύγχρονα κράτη εμφανίζονται καθυστερημένα κατά 1.700 έτη ως προς την κατανόηση του εύρους της Εννοίας της θρησκευτικής ελευθερίας, λόγω της συστηματικής αθεϊστικής προπαγάνδας του 20ού αιώνος. Και εξακολουθούν να κατακρατούν, με διάφορα προσχήματα, τους ιερούς χώρους λατρείας ενώ συγχρόνως βεβαιώνουν ότι σέβονται τη θρησκευτική ελευθερία.

2. H δεύτερη επισήμανση: Την πνευματική άνοιξη, που έφερε το Διάταγμα των Μεδιολάνων στη ζωή της Εκκλησίας, ακολούθησαν πολλές πνευματικές αλλεργίες: διαιρέσεις, αιρέσεις, ανθρώπινες αδυναμίες, που άνοιξαν τον δρόμο για την επέμβαση της κρατικής εξουσίας στα εσωτερικά της. H θρησκευτική ελευθερία, που εξασφαλίσθηκε με το Διάταγμα των Μεδιολάνων, δεν επαρκούσε για την πνευματική άνθηση και καρποφορία της Εκκλησίας, όπως την περίμεναν οι πιστοί Ορθόδοξοι. Στις νέες συνθήκες άρχισαν νέα προβλήματα. Οι σχέσεις κρατικής εξουσίας και Εκκλησίας οδηγήθηκαν σε καινούργιες περιπέτειες. Στη Δύση, η Εκκλησία αναζήτησε την κοσμική εξουσία και εξελίχθηκε σε κράτος. Στην Ανατολή, η κρατική εξουσία επενέβαινε, συχνά αυθαιρέτως, στα εσωτερικά της Εκκλησίας.

Στον 20ό αιώνα, η Εκκλησία έζησε επίσης σκληρούς διωγμούς. Το κρίσιμο θέμα για την εποχή μας είναι πώς, αποφεύγοντας τις παραλλαγές των ανωτέρω δύο πειρασμών, θα αξιοποιήσουμε την εμπειρία, την αντοχή, την καθαρότητα της πίστεως των χριστιανών που άντεξαν στους διωγμούς των πρώτων αιώνων αλλά και του 20ού, οι οποίοι «ως χρυσός εν χωνευτηρίω» αγνίσθηκαν· και πώς δεν θα παρασυρθούμε σε ποικίλες διαιρέσεις και αντιθέσεις, τις οποίες κυοφορεί η αναζήτηση κοσμικών προνομίων.

Βασικό ερώτημα για τον 21ον αιώνα παραμένει, κατά πόσον, ζώντας στην περίοδο της διακηρύξεως των ανθρωπίνων δικαιωμάτων –που κύριο στοιχείο έχει τη θρησκευτική ελευθερία–, τα ηγετικά στελέχη της Εκκλησίας υιοθετούμε το σταυροαναστάσιμο ήθος των χριστιανών που επέδειξαν σθένος στους διωγμούς, χωρίς να παρεκκλίνουμε σε ηγεμονικές αντιλήψεις και επιδίωξη εξωτερικού μεγαλείου.

Συγχρόνως, λοιπόν, με τους πανηγυρισμούς της επετείου της παραχωρήσεως της θρησκευτικής ελευθερίας με το Διάταγμα των Μεδιολάνων, επιβάλλεται να συνυπάρξει και ο στοχασμός για την ορθή χρήση της θρησκευτικής ελευθερίας. Το μεγάλο ζητούμενο από όλους όσοι έχουμε ευθύνη μέσα στην Εκκλησία είναι ο σεβασμός κάθε ανθρωπίνου προσώπου, συγχρόνως δε η επιλογή της δυνάμεως της αγάπης και η αποφυγή της αγάπης της δυνάμεως.

Οι εξωτερικοί διωγμοί, κατά καιρούς, άλλοτε υποχωρούν άλλοτε βρίσκονται σε έξαρση (π.χ. Μέση Ανατολή). Εντούτοις, οι διώξεις κατά των χριστιανών απλώς αλλάζουν μορφή (περιφρονήσεις, ύβρεις, συκοφαντίες). Στις παγκόσμιες ανακατατάξεις του 21ου αιώνος, με τις τόσες αναταράξεις, η Ορθόδοξος Εκκλησία, ενωμένη, ζώντας εν ελευθερία και αγάπη, καλείται, σε όποιες συνθήκες και αν βρίσκεται, να υπερασπίζεται τη θρησκευτική ελευθερία, όπου γης, ακτινοβολώντας την αλήθεια και την πνευματική δύναμη της χριστιανικής πίστεως.

* Το γνωστό ως Διάταγμα των Μεδιολάνων ήταν ουσιαστικά αυτοκρατορική επιστολή προς τους διοικητές των ρωμαϊκών επαρχιών για να προβούν στην αυστηρή εκτέλεση συγκεκριμένων εντολών. Σώζεται στη λατινική γλώσσα από τον Λατίνο ιστορικό Λακτάντιο (240-347 μ.Χ.) στο έργο του De mortibus persecutorum, ο θάνατος των διωκτών (Migne, P.L. 7, 267). Και στην ελληνική γλώσσα, σε συντομότερη μορφή, από τον εκκλησιαστικό ιστορικό Ευσέβιο, Επίσκοπο Καισαρείας, Παλαιστίνης (265-340 μ.Χ.), Εκκλησιαστική Ιστορία, 10ο κεφ., 5, 2-3 (Migne, P.G. 20, στίχ. 880-885).