ΑΠΟΨΕΙΣ

ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Κάθε φορά που ρωτάμε τους διανοούμενους «γιατί σιωπούν», στηλιτεύοντάς τους σαν ευθυνόφοβους ή και φυγόμαχους, φρόνιμο θα ήταν να αναρωτιόμαστε: Υπάρχει έστω ένας διανοητής, στοχαστής, «πνευματικός άνθρωπος» που να τον εκτιμούν όλοι, να τον σέβονται και όσοι διαφωνούν μαζί του; Υπάρχει τέτοια προσωπικότητα γύρω μας, που τα λόγια της να μετράνε όχι μόνο επειδή είναι σοφά, αλλά κι επειδή τα υποστηρίζει ο μετρημένος, ελεύθερος βίος της; Δεν ρωτάω, προς Θεού, αν υπάρχει άγγελος επί Γης, άθικτος από τις αδυναμίες των θνητών, ή προφήτης ή σαμάνος. Αλλά για το αν ζει ανάμεσά μας ένας στοχαστής που να μας υποχρεώνει να παραδεχόμαστε την αξία του κυρίως όταν όσα λέει αντιτίθενται στις πεποιθήσεις μας. Υπάρχει τέτοιος «κεκυρωμένος»;

Δεν βλέπω να υπάρχει. Ούτε ένας ούτε πέντε ή δέκα, κατά μόνας στοχαζόμενοι ή συσπειρωμένοι σε ομάδα «προκρίτων» ή «γερόντων», που ο λόγος της να βαραίνει καθοριστικά. Γι’ αυτό και οι προτάσεις για «κυβέρνηση αρίστων» ή «συμβούλια σοφών» είναι κενές νοήματος. Και δεν ξέρω καν αν είναι συμβατή με τα φυσικώς εριστικά και διχαστικά ανθρώπινα η εμφάνιση τέτοιων χαρακτήρων, που να τους υπολήπτονται οι πάντες. Ούτε καν στην περιοχή μιας και μόνης παράταξης δεν αποσπά κανείς, όσο άξιος, το σέβας όλων. Τον Μανόλη Αναγνωστάκη, λ.χ., τον σεβόταν απολύτως, για την τέχνη, το ήθος, την ευστοχία των παρεμβάσεών του, όλη η ανανεωτική Αριστερά. Αλλά το μείζον τότε τμήμα της Αριστεράς, η δογματική, αδιαφορούσε για τον λόγο του, αν δεν τον έψεγε σαν αναθεωρητή, όπως και τον Αρη Αλεξάνδρου. Το ίδιο συνέβαινε με τον Κορνήλιο Καστοριάδη, τον Κώστα Παπαϊωάννου, τον Κώστα Αξελό – και τον Νίκο Πουλαντζά. Καλοί ήταν για να καυχιόμαστε ότι συνεχίζουμε να διαφωτίζουμε τη Δύση, αλλά όχι και για να μας απασχολήσει επί της ουσίας και επί μακρόν ο λόγος τους.

Σε άλλο χώρο τώρα. Τον Μάρτιο του 1992, έξι ονομαστοί Ελληνες (Οδυσσέας Ελύτης, Αριστόβουλος Μάνεσης, Μελίνα Μερκούρη, Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, Δημήτρης Τσάτσος, Γιάννης Γεωργάκης), σε μια από τις εμβληματικότερες παρεμβάσεις του «χώρου του πνεύματος», συνυπέγραψαν ανοιχτή επιστολή προς την ΕΟΚ, ζητώντας να μην αναγνωριστεί σαν Μακεδονία το «κρατίδιο των Σκοπίων». Η κατακλείδα του κειμένου τους, η διάσημη έκτοτε φράση «Για μας η ψυχή μας είναι το όνομά μας», θα ήταν απολύτως συνεπής προς τον εαυτό της, δηλαδή ισχυρή, αν είχε τη μορφή «για μας, και για κάθε άλλον βέβαια…». Οι έξι είπαν όσα γνώριζαν ότι θα ικανοποιούσαν το λαϊκό αίσθημα (διεγερμένο και από τους τοτινούς πολιτικάντες, «ρεαλιστές» πια), όπως εκφραζόταν με τα συλλαλητήρια. Καίτοι σοφοί όμως, δεν «τους ήρθε η μυστική βοή των πλησιαζόντων γεγονότων»· δεν είδαν την ουσία κάτω από τη δημοκοπία (η οποία είχε ημερομηνία λήξεως) ούτε άνοιξαν με το κύρος τους ένα παράθυρο προς τον Αλλον και τα πιθανά δικαιώματά του. Λογικό ήταν λοιπόν να μη βρει μόνο ενθουσιώδεις υπέρμαχους η πρωτοβουλία τους, αλλά και αυστηρούς κριτές. Αλλά αυτό συμβαίνει κάθε φορά που «δεν σιωπούν οι διανοούμενοι» (και είναι πολλές οι φορές αυτές). Γιατί πάντοτε τα λεγόμενά τους, αν είναι αιχμηρά και όχι δημαγωγικώς στρογγυλεμένα, κάποιοι τα υιοθετούν και άλλοι τα αντικρούουν. Την απόλυτη συμφωνία θα την κέρδιζαν μόνο αν ανακοίνωναν αδιάφορες κοινοτοπίες.

Μιλούν λοιπόν οι διανοούμενοι. Και για τους πολέμους στο Ιράκ και στη Γιουγκοσλαβία μίλησαν, γράφοντας ή συνυπογράφοντας κείμενα αντιπολεμικά ή «ανθρωπιστικά». Και για το Μνημόνιο, στη «μεταρρυθμιστική λογική» του οποίου πρόσφερε πολλούς υπερασπιστές ο «χώρος του πνεύματος» (τι άλλο από πολιτικότατη παρέμβαση διανοούμενου ήταν ο κατά Σαββόπουλο ιδεολογικά επιμεταφρασμένος αριστοφανικός «Πλούτος»;). Και για τους μετανάστες ή τη Χ.Α., όπου άλλα ακούσαμε, τι πιο φυσικό, από τον Νάνο Βαλαωρίτη και άλλα από την Κική Δημουλά. Και μόλις χθες για την «ανασυγκρότηση της Κεντροαριστεράς».

Είχα πέσει παλαιότερα σε τεύχος της «Νέας Εστίας», Πρωταπριλιά του 1961, που αναδημοσίευε συνέντευξη του Αλμπέρ Καμύ στο γαλλικό περιοδικό Demain, η οποία ενσωματώθηκε στο βιβλίο του «Αντίσταση, επανάσταση και θάνατος». Με φόντο την ουγγρική εξέγερση κατά του σταλινισμού (εξ ου και ο τίτλος «Ο σοσιαλισμός της κρεμάλας», καθώς και η σφοδρή κριτική των αριστερών διανοουμένων), ο Καμύ ερωτάται «αν ο διανοούμενος πρέπει να παίρνει θέση, αν έχει καθήκον, σε οποιαδήποτε περίπτωση, να εκφράζει τα αισθήματα και τη γνώμη του δημοσίως». Αντιγράφω κάποιες από τις μετρημένες σκέψεις του (μτφρ. Δ. Οικονομίδης):

«Είναι καλύτερο για τον διανοούμενο να μη μιλά όλη την ώρα. Πρώτ’ απ’ όλα αυτό θα τον εξαντλούσε, και πάνω απ’ όλα, θα τον εμπόδιζε από του να σκέφτεται. Πρώτα και κύρια, θα πρέπει να δημιουργεί αν μπορεί, και μάλιστα αν η δημιουργία του δεν παραμερίζει τα προβλήματα του καιρού του. Αλλά σε μερικές εξαιρετικές περιπτώσεις (ισπανικός πόλεμος, χιτλερικές διώξεις και στρατόπεδα συγκεντρώσεως, σταλινιστικές δίκες και στρατόπεδα συγκεντρώσεως, ουγγρικός πόλεμος) δεν πρέπει ν’ αφήνει αμφιβολίες ως προς τη θέση που παίρνει. Θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικός, ώστε να μην αφήνει την εκλογή του να συγκαλύπτεται από διπρόσωπες διακρίσεις ή ύποπτα διφορούμενα τρυκ και να μην αφήνει καμιάν αμφιβολία ως προς την προσωπική του αποφασιστικότητα για την υπεράσπιση της ελευθερίας».

Ούτε διπροσωπία και διγλωσσία, λοιπόν, ούτε ενδοιασμοί ως προς την υπεράσπιση της ελευθερίας. Συνεχίζει ο Καμύ: «Συγκεντρώσεις διανοουμένων είναι δυνατόν, σε μερικές περιπτώσεις και ιδίως όταν η ελευθερία των μαζών και το πνεύμα απειλείται θανάσιμα, να αποτελέσουν μια δύναμη και να ασκήσουν επίδραση. Αυτό ακριβώς απόδειξαν τελευταία οι Ούγγροι διανοούμενοι. Πάντως, πρέπει να τονισθεί, για να μας καθοδηγεί αυτό εμάς στη Δύση, ότι η συνεχής υπογραφή μανιφέστων και διαμαρτυριών είναι ένας από τους πιο ασφαλείς τρόπους για να υπονομευθεί η αποτελεσματικότητα και η αξιοπρέπεια του διανοουμένου. Υπάρχει μία συνεχιζόμενη δωροδοκία προς απόκρυψη ενοχής, που όλοι μας τη γνωρίζουμε και που θα πρέπει να έχουμε συχνά το προσωπικό θάρρος να της αντισταθούμε». Ισως η διατύπωση «δωροδοκία προς απόκρυψη ενοχής» αποδίδει θολά το πρωτότυπο, υποδεικνύει πάντως το πρόβλημα: την έφεση ορισμένων διανοουμένων να θέτουν το μυαλό τους στην υπηρεσία της Εξουσίας, αδρώς ανταμειβόμενοι. Ούτε αυτοί σιωπούν βέβαια. Το αντίθετο. Τους ακούμε: Είναι λαλίστατοι.