ΑΠΟΨΕΙΣ

Αγία Σοφία και πολιτικοί συμβολισμοί

Μπορεί η πολιτική επικαιρότητα της Τουρκίας να άλλαξε με δραματικό τρόπο την τελευταία εβδομάδα, η υπόθεση, ωστόσο, της Αγίας Σοφίας είναι πολύ σημαντική για να τεθεί στο περιθώριο. Το ζήτημα είχε επανέλθει στην επικαιρότητα προ μερικών εβδομάδων, έπειτα από δηλώσεις του αντιπροέδρου της τουρκικής κυβερνήσεως, Μπουλέντ Αρίντς, ο οποίος, ταυτιζόμενος με ένα πάγιο αίτημα της ακραίας ισλαμιστικής πτέρυγας του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Αναπτύξεως (ΑΚΡ), δήλωσε την υποστήριξή του στο αίτημα μετατροπής της Αγίας Σοφίας από μουσείο σε τέμενος.

Στόχος των δηλώσεων Αρίντς ήταν στην πραγματικότητα ο πρωθυπουργός της Τουρκίας. Πριν από περίπου έξι μήνες, ο κ. Ερντογάν είχε πάρει σαφείς αποστάσεις από όσους υποστήριζαν τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τέμενος. Ο Τούρκος πρωθυπουργός, σε κομματική συνάντηση, είχε δηλώσει ότι όσοι διεκδικούν τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τέμενος καλά θα κάνουν να γεμίσουν πρώτα το παρακείμενο τέμενος Σουλταναχμέτ (γνωστό και ως Μπλε Τζαμί), που παραμένει άδειο, και έπειτα να επαναθέσουν το αίτημά τους. Η θέση αυτή προφανώς δεν ικανοποίησε τους φανατικούς εντός του κυβερνώντος κόμματος. Σε αυτούς ακριβώς απευθύνεται ο κ. Αρίντς, επιχειρώντας να τους προσεγγίσει εν όψει των επικειμένων εσωκομματικών αναμετρήσεων. Οι δηλώσεις Αρίντς βρήκαν και διακομματική στήριξη. Ο τέως πρόεδρος του Τουρκικού Ιδρύματος Ιστορίας και βουλευτής του ακροδεξιού Κόμματος Εθνικιστικής Δράσεως (ΜΗΡ) Γιουσούφ Χαλάτσογλου υπερθεμάτισε υπέρ της αλλαγής χρήσεως, υποστηρίζοντας μάλιστα παραδόξως ότι η υπογραφή του Ατατούρκ στο διάταγμα μετατροπής της Αγίας Σοφίας σε μουσείο ήταν πλαστή.

Η λειτουργία της Αγίας Σοφίας ως μουσείου από το 1935 και εξής αποτέλεσε σε συμβολικό επίπεδο μία από τις σημαντικότερες νίκες της κεμαλιστικής μεταρρυθμίσεως. Το τουρκικό Ισλάμ στερήθηκε το πολυτιμότερο μνημείο και λάφυρο ταυτοχρόνως της Αλώσεως. Δεν είναι έκπληξη ότι η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τέμενος αποτέλεσε διαχρονικό αίτημα του τουρκικού πολιτικού Ισλάμ. Αν και ο πολιτικός πραγματισμός που χαρακτήρισε τα πρώτα χρόνια της διακυβερνήσεως του ΑΚΡ δεν επέτρεπε την ανακίνηση του ζητήματος της Αγίας Σοφίας, είναι ευδιάκριτη μια προσπάθεια συμβολικής αποκαθηλώσεως του κεμαλισμού στον δημόσιο χώρο και αποκαταστάσεως των ισλαμικών και οθωμανικών συμβόλων. Η καθιέρωση επισήμων εορτασμών στην επέτειο της Αλώσεως, η ίδρυση Μουσείου Αλώσεως «Istanbul 1453» συνοδεύθηκαν από βιαστικές, κακότεχνες και συνήθως βλαπτικές παρεμβάσεις σε ιστορικά μνημεία, με σκοπό την αποκατάσταση της υποτιθεμένης οθωμανικής τους ταυτότητος. Στο επίκεντρο αυτών των πρωτοβουλιών της «οθωμανικής παλινορθώσεως» βρέθηκαν βυζαντινές εκκλησίες που μετατράπηκαν σε τεμένη κατά την οθωμανική περίοδο και εγκαταλείφθηκαν ή μετατράπηκαν σε μουσεία κατά τους ύστερους οθωμανικούς χρόνους ή και μετά το 1923. Ηδη, τρεις ναοί της Αγίας Σοφίας ανά την Τουρκία έχουν μετατραπεί σε τεμένη. Προηγήθηκε ο ναός στη Βιζύη της ανατολικής Θράκης το 2008, ακολούθησε ο ναός στη Νίκαια της Βιθυνίας το 2011 και, πριν απο μερικούς μήνες, ο ναός στην Τραπεζούντα, ο οποίος είχε αναστηλωθεί και λειτουργούσε ως μουσείο από τη δεκαετία του 1960. Ηδη, έχει δρομολογηθεί και η αναστήλωση των ερειπίων της ιστορικής Μονής Στουδίου στην Κωνσταντινούπολη, ώστε να λειτουργήσει ως τέμενος.

Σημαίνουν τα παραπάνω ότι επίκειται η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τέμενος; Αν λάβει κανείς υπ’ όψιν τον χαρακτήρα του Τούρκου πρωθυπουργού, είναι δύσκολο να υπαναχωρήσει από μια δημόσια θέση του και να δείξει αδυναμία ή μεταμέλεια. Εξάλλου, το πολιτικό κόστος μιας τέτοιας κινήσεως σε διεθνές επίπεδο θα ήταν δυσθεώρητο. Δεν παύει, ωστόσο, να προκαλεί θλίψη ο τρόπος με τον οποίο η Τουρκία εξακολουθεί να διαχειρίζεται τη βυζαντινή πολιτιστική κληρονομιά.

* Ο κ. Ιωάννης Ν. Γρηγοριάδης είναι επίκουρος καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Μπίλκεντ και επιστημονικός συνεργάτης του ΕΛΙΑΜΕΠ.