ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο ΣΥΡΙΖΑ και η τρομοκρατία

Ο κίνδυνος να διολισθήσει η χώρα σε έναν κύκλο τρομοκρατικής βίας είναι υπαρκτός. Δεν πρόκειται για άτοπες υπερβολές και διαστρεβλώσεις. Υπάρχουν πραγματικά δεδομένα, που δικαιολογούν ανησυχία και εγρήγορση. Σε αυτό το περιβάλλον δεν δικαιούνται κάποιοι να προσφεύγουν στην εύκολη διέξοδο της συνωμοσιολογίας, καταγγέλλοντας τη δημιουργία επίπλαστων ανησυχιών και «τρομοκράτησης» των πολιτών που, κατά την προσφιλή τους ανάλυση, εξυπηρετεί «άλλους σκοπούς». Η προσέγγιση αυτή δεν είναι απλώς ανεύθυνη, είναι εθνικά επικίνδυνη.

Η τρομοκρατία αποτελεί ένα πολύ ευαίσθητο ζήτημα, που απαιτεί σοβαρό χειρισμό. Πρωτίστως από τους κυβερνώντες, αλλά και από την αντιπολίτευση, και δη τη μείζονα, η οποία προηγείται στις δημοσκοπήσεις και οι κινήσεις της πλέον δεν ερμηνεύονται από τη διεθνή κοινότητα ως η αναμενόμενη και εν πολλοίς ανούσια αντίδραση ενός περιθωριακού κόμματος της Αριστεράς, αλλά ως η προσέγγιση ενός κόμματος που κάποια στιγμή ίσως βρεθεί στην εξουσία.

Ακούει κανείς σοβαρά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ να αναπτύσσουν τη θέση τους στο ζήτημα και διαγιγνώσκει ένα δύσκολο, σχεδόν αδύνατο εγχείρημα: αυτό της ισορροπίας ανάμεσα, από τη μία, στη χωρίς εκπτώσεις αυστηρή αντιμετώπιση των τρομοκρατών, που απαντά στην ανησυχία της κοινωνίας και στη δυσφορία της διεθνούς κοινότητας –την οποία τυγχάνει να έχουμε αυτή την περίοδο ανάγκη περισσότερο από ποτέ– και από την άλλη, στην ανοχή και κατανόηση που πρεσβεύουν «τα συμπαθούντα τη 17Ν» στελέχη κάποιων συνιστωσών.

Δεν είναι μόνον η Δικαιοσύνη, όπου η αλήθεια είναι ότι καταγράφεται μια δυσεξήγητη ανοχή σε ακραίες μορφές βίας και η ήπια αντιμετώπισή τους. Είναι προφανές πως οι καταδικασθέντες πρέπει να αντιμετωπίζονται στο πλαίσιο του νομικού πολιτισμού μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής χώρας, αλλά κάθε εγκληματική πράξη έχει τη δική της βαρύτητα και η αντιμετώπισή της τη δική της σημειολογία. Η πολιτική ενηλικίωση του ΣΥΡΙΖΑ περνάει και από τη ρεαλιστική διαχείριση λεπτών ζητημάτων που εγκυμονούν κινδύνους για τη δημοκρατία στο εσωτερικό και απειλούν να αμαυρώσουν την εικόνα της χώρας στο εξωτερικό. Αν ο κ. Τσίπρας θέλει να κυβερνήσει μια χώρα-μέλος της Ε.Ε., δεν μπορεί να δυσκολεύεται να προβεί σε αυτονόητες διαπιστώσεις, που, εκτός των άλλων, θα καθιστούσαν έωλη την επιχειρηματολογία των «ακροδεξιών κέντρων εντός της Ν.Δ.» τα οποία καταγγέλλει.

Η Ν.Δ. κατήγγειλε «γνωστές θέσεις και σχέσεις» του ΣΥΡΙΖΑ με την τρομοκρατία, επικαλούμενη το γεγονός ότι σημαντικά στελέχη του ήταν «οι κεντρικοί μάρτυρες και οι δικηγόροι υπεράσπισης των δολοφόνων της 17Ν». Η διατύπωση είναι σκληρή και η γενικευμένη απόδοση ευθυνών διαστρεβλωτική. Ομως, είναι γεγονός ότι μόλις πριν από δύο εβδομάδες η «Αυγή» ζητούσε τη χορήγηση αδείας εξόδου από τη φυλακή για τον Γιωτόπουλο και τον Κουφοντίνα και την αποφυλάκιση του Σάββα Ξηρού. Η είδηση της απόδρασης του καταδικασμένου για τον ρόλο του στη «17 Νοέμβρη» Χριστόδουλου Ξηρού προκάλεσε τη δυσφορία δυτικών χωρών και πρωτίστως της Ουάσιγκτον. Πέντε Αμερικανοί υπήρξαν θύματα της 17Ν, την οποία διατηρούν στον κατάλογο των τρομοκρατικών οργανώσεων καθώς δεν θεωρούν πως έχει εξαρθρωθεί πλήρως. Οπως επισήμανε αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ στον γράφοντα, δεν είναι φυσιολογικό να παρέχεται σε καταδικασμένους δολοφόνους για τρομοκρατία προσωρινή άδεια εξόδου.

Λίγες μόλις ημέρες μετά την επίθεση κατά της οικίας του Γερμανού πρέσβη, ήρθε η εξαφάνιση του Ξηρού, ενώ παραμένει ασύλληπτος ο Νίκος Μαζιώτης του «Επαναστατικού Αγώνα», ο οποίος διεμήνυσε πρόσφατα ότι «τα χτυπήματα δεν προαναγγέλλονται, γίνονται». Σε αυτήν τη συγκυρία η προειδοποίηση της Ντόρας Μπακογιάννη, η οποία έχει πληρώσει προσωπικά την τρομοκρατία και δεν μας έχει συνηθίσει σε λαϊκισμούς, ότι «κάτι πραγματικά ετοιμάζεται και πρέπει να είμαστε όλοι σε εγρήγορση», είναι ενδεικτική της σοβαρότητας της κατάστασης.

Η Ελληνική Αστυνομία, η οποία το τελευταίο διάστημα έχει επιδείξει επαγγελματισμό, χειρίζεται την υπόθεση με την οργάνωση και την ταχύτητα που επιβάλλουν οι συνθήκες, και ελπίζεται ότι πολύ σύντομα θα υπάρξουν αποτελέσματα.

Η τρομοκρατία δεν αντιμετωπίζεται με ανοχή και παθητικότητα, και δεν είναι δυνατόν να αποτελεί πεδίο κομματικής αντιπαράθεσης. Είναι μια εθνική πληγή και υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να αντιμετωπίζεται. Από όλους.