ΑΠΟΨΕΙΣ

Το «δράμα» της τουρκικής λίρας

Η απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας της Τουρκίας να παρέμβει στην αγορά χρήματος εκτοξεύοντας τα επιτόκια διατραπεζικού δανεισμού ήταν αναπόφευκτη και καθυστερημένη. Αυτή ακριβώς η καθυστέρηση συνέβαλε καθοριστικά στο μέγεθος της αυξήσεως. Η διολίσθηση της ισοτιμίας της τουρκικής λίρας επιταχύνθηκε ραγδαία τις τελευταίες εβδομάδες, συνεπεία της πολιτικής κρίσεως, αλλά και της διαπιστώσεως ότι η τύποις ανεξάρτητη κεντρική τράπεζα αντιμετωπίζει πολιτικά εμπόδια στην άσκηση της νομισματικής της πολιτικής. Επανειλημμένες δηλώσεις του Τούρκου πρωθυπουργού Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είχαν εδραιώσει την πεποίθηση ότι δεν επρόκειτο να υπάρξει απόκλιση από μια ιδιόρρυθμη άσκηση νομισματικής πολιτικής χωρίς προσφυγή στο εργαλείο των επιτοκίων.

Η υπόθεση των επιτοκίων είχε ήδη πολιτικοποιηθεί από τον ίδιο τον Τούρκο πρωθυπουργό, ο οποίος, από τα γεγονότα του πάρκου Γκεζί και εξής, δεν παραλείπει να συμπεριλαμβάνει μεταξύ των «συνωμοτούντων εναντίον της Τουρκίας και της κυβερνήσεώς του» και το «λόμπι των επιτοκίων». Κατά την γνώμη του Τούρκου πρωθυπουργού, η πολιτική των χαμηλών επιτοκίων είχε συσπειρώσει εναντίον του ντόπιους και ξένους «ραντιέρηδες», οι οποίοι είχαν πλουτίσει κατά τις προηγούμενες δεκαετίες και δυσανασχετούσαν με τη νέα τάξη πραγμάτων. Ο αντίλογος ήταν ότι η νομισματική πολιτική του κ. Ερντογάν υπαγορευόταν όχι από τις ανάγκες της οικονομίας αλλά τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις: το Ισλάμ, ως γνωστόν, απαγορεύει τον τόκο.

Τελικά, το απόγευμα της Τρίτης ο Τούρκος πρωθυπουργός, υπό την πίεση των εξελίξεων, ανέκρουσε πρύμναν. Δήλωσε ότι «η διαφωνία του με την πολιτική αυξήσεως των επιτοκίων εξακολουθεί», αλλά και ότι «η αρμοδιότητα και η ευθύνη των αποφάσεων ανήκουν στην κεντρική τράπεζα». Η απόφαση της τουρκικής κεντρικής τράπεζας αποτελεί δραματική ανατροπή μιας πολιτικής ετών. Η άνοδος των επιτοκίων θα πλήξει ασφαλώς την κατανάλωση και θα περιορίσει δραστικά τον ρυθμό αναπτύξεως της τουρκικής οικονομίας. Αναπόφευκτα θα υπάρξει πολιτικό κόστος σε μια κρίσιμη χρονιά πολλαπλών εκλογικών αναμετρήσεων. Αυτό όμως αποδεικνύεται το μικρότερο κακό για την κυβέρνηση Ερντογάν, καθώς ο κίνδυνος καταρρεύσεως της ισοτιμίας της τουρκικής λίρας ήταν ακόμη μεγαλύτερος.

Η τουρκική λίρα ανέκαμψε απότομα, όπως ήταν αναμενόμενο, ύστερα από ένα τόσο ακραίο μέτρο. Ωστόσο, η περαιτέρω πορεία της δεν μπορεί να εξαρτηθεί μόνον από τις αποφάσεις της κεντρικής τράπεζας. Αν και οι αδυναμίες της τουρκικής οικονομίας είχαν γίνει σαφείς τους τελευταίους μήνες και η αυξανόμενη αστάθεια σε όλες τις «αναδυόμενες οικονομίες» συνέβαλε και αυτή στην ένταση της κρίσεως, η οικονομία έχει παύσει εδώ και μερικούς μήνες να αποτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα της Τουρκίας. Η ραγδαία ανάδυση κρισίμων πολιτικών προβλημάτων έχει επισκιάσει τα υπαρκτά οικονομικά προβλήματα της χώρας. Αν τα γεγονότα του πάρκου Γκεζί το καλοκαίρι ανέδειξαν τη στροφή της τουρκικής κυβερνήσεως προς τον αυταρχισμό και την αυθαιρεσία, η κυβερνητική αντίδραση στις υποθέσεις διαφθοράς -που ταλανίζουν τη χώρα εδώ και ενάμιση μήνα- έχει μετατρέψει την κρίση από πολιτική σε πολιτειακή. Οι παρατηρούμενες παλινωδίες αναφορικά με τον σεβασμό της αρχής της διακρίσεως των εξουσιών και του κράτους δικαίου υπονομεύουν καίριες δημοκρατικές κατακτήσεις της προηγουμένης δεκαετίας και σίγουρα δεν ενθουσιάζουν τη διεθνή επενδυτική αγορά. Κατά τούτο, η εντυπωσιακή αύξηση των επιτοκίων μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση στις αγορές χρήματος και χρόνο στην τουρκική κυβέρνηση, δεν επιλύει όμως κανένα από τα προβλήματα που προκάλεσαν την κρίση.

* Ο κ. Ιωάννης Ν. Γρηγοριάδης είναι επίκουρος καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Μπίλκεντ και επιστημονικός συνεργάτης του ΕΛΙΑΜΕΠ.