ΑΠΟΨΕΙΣ

Η επίσκεψη του κ. Τσίπρα στα δικαστήρια

Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Αλ. Τσίπρας επισκέφθηκε τον πρόεδρο του ΣτΕ και την εισαγγελέα κατά της Διαφθοράς, Ελένη Ράικου. Δύο πρόσωπα αξιοσέβαστα, με κύρος, προσωπικότητα. Παρέλειψε να επισκεφθεί την υπόλοιπη δικαστική ηγεσία.

Η παράλειψη αυτή είναι συνειδητή πράξη και δεν συμβαδίζει με τα μέχρι τώρα ειωθότα. Δεν θυμάμαι να έχει συμβεί στο παρελθόν, όταν, σχεδόν πάντα, ο εκάστοτε υπ. Δικαιοσύνης επισκεπτόταν τη δικαστική ηγεσία, σ’ ένδειξη σεβασμού στην υποτιθέμενη ανεξάρτητη δικαστική εξουσία. Ενα βήμα παραπάνω ήταν η πρόσκλησή της από τον πρωθυπουργό της χώρας, για την ενδυνάμωση ή το σφιχταγκάλιασμά της, μέχρι… πνιγμού.

Κάπως έτσι ήταν τα έθιμα και οι παραδόσεις. Αλλο αν στο όπισθεν μέρος του εγκεφάλου εμφιλοχωρούσαν άλλου είδους σκέψεις, επιθυμίες, άσχετες με την ενίσχυση της ανεξαρτησίας της. Και δεν ήταν άλλες από την επιδίωξη υποταγής της.

Ετσι πέραν των φωτογραφιών, η άλλη πλευρά εισέπραττε υποσχέσεις για υλικές και μη παροχές. Ηταν τα προσφερόμενα ανταλλάγματα για την προσπάθεια ακινησίας της Δικαιοσύνης σε ποινικές κυρίως περιπτώσεις με έκδηλο το πολιτικό ενδιαφέρον.

Στις μέρες μας με τη διασπάθιση, καταλήστευση του δημοσίου χρήματος από κυκλώματα που παραπέμπουν στη σκληρή μαφία, όλη η πολυποίκιλη εξουσία έχει ανάγκη μιας, όσο το δυνατόν περισσότερο, υποτονικής και αβλαβούς Δικαιοσύνης. Χωρίς να επιτυγχάνεται το προσδοκώμενο. Παρά ταύτα σπεύδουν να θωπεύσουν και να κολακεύσουν την τρίτη κρατική εξουσία, από την καλή ή μη, λειτουργία της οποίας εξαρτάται η ύπαρξη ή μη κράτους Δικαίου, δηλαδή της Δημοκρατίας. Χιλιοειπωμένα πράγματα στη θεωρία, αλλά που χωλαίνουν στην πράξη, στην εφαρμογή του ισχύοντος δικαίου, έτσι όπως αυτό καθημερινά μεταβάλλεται με πρόχειρες νομοθετικές κινήσεις, για την εξυπηρέτηση ιδιοτελών συμφερόντων.

Υπάρχουν λοιπόν δύο κατηγορίες. Η πολυπληθέστερη, που επιθυμεί την κατά το Σύνταγμα διάκριση των εξουσιών, και η αρχομανής, η οποία μάχεται για το αντίθετο, ώστε να έχει καλή μεταχείριση, εάν και όταν αχθεί η υπόθεση, που τους αφορά, ενώπιον της Δικαιοσύνης.

Θεωρώ, και παρομοίως με μένα πολλοί, ότι τα κόμματα εξουσίας έχουν από πολύ καιρό εισβάλει και σε τμήμα του δικαστικού σώματος, όπως αποτυπωνόταν, μέχρι πρόσφατα ακόμη και στις αρχαιρεσίες της μεγαλύτερης Δικαστικής Ενωσης και στον τρόπο επιλογής της δικαστικής ηγεσίας. Παλιότερα η «Ενωση Εισαγγελέων Ελλάδας» και όχι μόνον, από κοινού με τον ΔΣΑ είχε αιτηθεί, μεταξύ άλλων, την κατάργηση της δυνατότητας διορισμού, σε κρατικές θέσεις και αξιώματα, συνταξιούχων δικαστών, που οδηγεί σε ενδεχόμενους συνειρμούς για προηγηθείσα συναλλαγή.

Δεν γνωρίζω τι είχε υπ’ όψιν του ο κ. Τσίπρας και επέλεξε αυτόν τον τρόπο επικοινωνίας με τη Δικαιοσύνη, αναμφίβολα προσβλητικό στον θεσμό. Ισως να ήταν και από την πλευρά του μια κίνηση εντυπώσεων, όπως αυτές υποδεικνύονται από τους επικοινωνιολόγους και ακολουθούνται πιστότατα από τους πολιτικούς ηγέτες, μικρού ή μεγάλου βεληνεκούς.

Εν πάση περιπτώσει ο κ. Τσίπρας, προχωρώντας και αξιολογώντας τον τρόπο λειτουργίας της Δικαιοσύνης, ίσως, με έμμεσο τρόπο, θέλησε να επαινέσει τους μεν και να κατακρίνει τους δε. Κάτι που δεν αρμόζει και απάδει στον θεσμικό ρόλο και την ιδιότητά του.

Προτίμησε τον σιβυλλικό τρόπο αντιμετώπισης της δικαστικής ηγεσίας, τον τόσο γνωστό από παλιά, προκειμένου να στείλει μηνύματα. Μηνύματα αμφίσημα.

Μπορούσε όμως με ειλικρίνεια, καθαρότητα και όχι μ’ αυτόν τον τρόπο να εκφράσει τις ενστάσεις του για τυχόν παρεμβάσεις της Εκτελεστικής Εξουσίας και του υπ. Δικαιοσύνης, ο οποίος υπήρξε και πρόεδρος της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων.

Για μια ακόμη φορά ο έμμεσος πλάγιος λόγος του πολιτικού προέχει, προεξάρχει. Θα ήθελα πολύ και η αξιωματική αντιπολίτευση, η οποία δεν έχει κυβερνήσει ακόμη, να διατυπώσει ευθαρσώς και επισήμως, με λόγο μεστό, ουσιαστικό πως εννοεί αυτή την ανεξαρτησία. Θα ήταν χρήσιμο για όλη την κοινωνία και για τους δικαστές, η μεγάλη πλειοψηφία των οποίων διακρίνεται για την προσήλωση στο καθήκον, την ευσυνειδησία και το ήθος και επιθυμεί διακαώς την ουσιαστική ανεξαρτησία της. Υπάρχουν πράγματα, απλά, τα οποία μπορούν κάλλιστα να κόψουν τον ομφάλιο λώρο μεταξύ των δύο εξουσιών. Εκτός αν είναι μια κίνηση καθαρά εντυπώσεων για το θεαθήναι, που όλα λησμονούνται, όταν αναλαμβάνεται η εξουσία.

Ιδού η μεγάλη ευκαιρία!

*Ο κ. Δημήτρης Χ. Παξινός είναι πρώην πρόεδρος του ΔΣΑ