ΑΠΟΨΕΙΣ

Τα εκατομμύρια ευρώ που πετάμε

Μέχρι πρόσφατα νόμιζα ότι 54 εκατομμύρια ευρώ είναι πάρα πολλά χρήματα. Να, όμως, που άρχισα να αμφιβάλλω. Πριν από λίγες εβδομάδες το Ελληνικό Δημόσιο υποχρεώθηκε δικαστικά και τελεσίδικα να πληρώσει δύο αποζημιώσεις συνολικού ύψους 54 εκατομμυρίων ευρώ, αλλά στον Τύπο έγινε πολύ περιορισμένη αναφορά. Σχεδόν δεν άνοιξε μύτη. Ομολογώ ότι δεν κατάλαβα γιατί το θέμα χάθηκε από την επικαιρότητα τόσο εύκολα. Αμφιβάλλω αν έπαιξε και στα δελτία των 8. Ισως, πράγματι να διαθέτουμε εκατομμύρια για πέταμα. Επειδή το ελληνικό Δημόσιο δεν διαθέτει δικά του χρήματα, αυτά τα 54 εκατ. ευρώ θα πληρωθούν και πάλι από τους χρήσιμους ηλίθιους φορολογουμένους, οι οποίοι πληρώνουν τα λάθη και τις επιλογές των πολιτικών που αυτοί εξέλεξαν. Ας πρόσεχαν.

Η ιστορία αυτών των αποζημιώσεων είναι μια ενδιαφέρουσα και διδακτική ιστορία, η οποία αξίζει να μας απασχολήσει, γιατί κρύβει πολλή υποκρισία και λαϊκισμό. Η μία αποζημίωση των 29,6 εκατ. ευρώ αφορά την ανάκληση της αδείας για τη δημιουργία καζίνο στον Φλοίσβο. Η άλλη αποζημίωση των 24,4 εκατ. ευρώ αφορά την αμέλεια του ελληνικού Δημοσίου να επιτρέψει τη λειτουργία του καζίνο στη Φλώρινα, στο οποίο είχε χορηγηθεί προηγουμένως κανονικά άδεια. Αξίζει, μάλιστα, να σημειωθεί ότι τα 24,4 εκατ. ευρώ αφορούν μόνο την περίοδο 2005 μέχρι σήμερα και υπάρχει πολύ μεγάλη πιθανότητα να επιδικασθεί και άλλη αποζημίωση για την περίοδο 1999 μέχρι το 2004.

Το τραγικό στην ιστορία είναι το γεγονός ότι η αποζημίωση για το καζίνο της Φλώρινας θα πάει στους κληρονόμους του ενδιαφερομένου, ενώ η αποζημίωση για το καζίνο του Φλοίσβου θα πάει σε κοινοπραξία στην οποία οι περισσότερες εταιρείες που μετείχαν είναι ήδη πτωχευμένες. Χρειάστηκαν περίπου 20 χρόνια για να ολοκληρωθεί ο δικαστικός μαραθώνιος ώστε να πληρώσει το ελληνικό Δημόσιο τη δική του ανακολουθία. Και απορούμε γιατί δεν γίνονται επενδύσεις στη χώρα μας. Υπάρχει κανείς που μπορεί με βεβαιότητα να πει τι θα γινόταν αν λειτουργούσε τα χρόνια της αστακομακαρονάδας το καζίνο του Φλοίσβου; Μπορεί τα έσοδα από το καζίνο να βοηθούσαν τις εταιρείες να γλίτωναν την πτώχευση. Κανένας δεν το ξέρει. Επίσης, κανένας δεν ξέρει πόσα χρήματα έχασε το Δημόσιο από φόρους που οπωσδήποτε θα πλήρωναν τα καζίνο αν λειτουργούσαν κανονικά όλα αυτά τα χρόνια. Δηλαδή, η ζημία είναι πολύ μεγαλύτερη από τα 54 εκατ. ευρώ της αποζημίωσης.

Δεν σκοπεύω να εξετάσω τα επιχειρήματα για τη χορήγηση και την ανάκληση των αδειών για τα καζίνο. Είμαι απολύτως βέβαιος ότι τότε που ελήφθησαν οι αποφάσεις υπήρχαν αιτιολογημένες γνώμες για τη μια και την άλλη περίπτωση. Αυτό όμως που είναι εξοργιστικό είναι η ανακολουθία. Πρώτα δίνουμε τις άδειες και μετά, χωρίς να πολυσκεφτούμε τις συνέπειες, τις ανακαλούμε και ύστερα από περίπου 20 χρόνια, μια άλλη γενιά καλείται να πληρώσει 54 εκατ. ευρώ για πράξεις και αποφάσεις που δεν έχουν καμία σχέση μαζί της.

Είμαι απολύτως βέβαιος ότι η ανάκληση των αδειών έχει σχέση με την ευρύτατη, αλλά υποκριτική, αντίληψη ότι τα καζίνο διαλύουν τα σπίτια. Εδώ, θα κάνω μια παρένθεση. Πριν από μερικά χρόνια, ύστερα από πολλά χρόνια απουσίας, επισκέφθηκα την Κύπρο. Θέλησα να δω τα Κατεχόμενα. Στον δρόμο για την Κερύνεια, παρατήρησα τις διαφημίσεις για τα παρά πολλά καζίνο που υπήρχαν στα Κατεχόμενα. Ρωτώντας έμαθα ότι οι Ελληνοκύπριοι είναι οι μόνιμοι πελάτες τους. Μάλιστα εκτιμάται ότι οι Ελληνοκύπριοι άφηναν τότε (2008) περίπου 50 εκατ. κυπριακές λίρες ετησίως στα καζίνο που είναι στα Κατεχόμενα. Ενα υπερβολικό ποσό για την κυπριακή οικονομία. Οταν ρώτησα γιατί δεν επιτρέπεται η λειτουργία καζίνο ώστε να μην ενισχύουμε οικονομικά τους Τουρκοκυπρίους, πήρα την αναμενόμενη απάντηση: «Υπάρχουν αντιδράσεις και η κυβέρνηση φοβάται το πολιτικό κόστος». Ξεχνάμε, όμως, ότι δεν υπάρχει χειρότερη μορφή προδοσίας από την οικονομική ενίσχυση του εχθρού μας. Είμαι βέβαιος ότι και στην περίπτωση της Φλώρινας και του Φλοίσβου, παρόμοιες αντιδράσεις υπαγόρευσαν την ανάκληση της απόφασης.

Και έτσι φτάνουμε σε ένα κρίσιμο ζήτημα, το οποίο μάλιστα μπορεί να είναι εξαιρετικά επίκαιρο, λόγω της επικείμενης παραχώρησης του χώρου του Ελληνικού για την ανάπτυξή του, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει και τη δημιουργία καζίνο. Το ερώτημα είναι αν τα καζίνο κάνουν κακό στην κοινωνία, καταστρέφουν οικογένειες και για τον λόγο αυτό η πρόσβαση σε αυτά δεν πρέπει να είναι εύκολη. Με αυτό το σκεπτικό, δόθηκαν άδειες πριν από πολλά χρόνια ώστε τα πλησιέστερα καζίνο στην Αθήνα να είναι στην Πάρνηθα και στο Λουτράκι. Προσωπικά πιστεύω ότι η αντιμετώπιση είναι λάθος. Μου θυμίζει την εποχή της ποτοαπαγόρευσης στην Αμερική. Η ποτοαπαγόρευση όχι μόνο δεν επέτυχε να αποτρέψει τον κόσμο από το ποτό, αλλά, αντίθετα, δημιούργησε μια πρωτοφανή παραοικονομία και παρανομία με πάρα πολλά θύματα. Το ίδιο συμβαίνει και με τα καζίνο. Αυτός που έχει το πάθος θα βρει τρόπο (νόμιμο ή παράνομο) να το ικανοποιήσει. Τι είναι προτιμότερο; Να τον αφήσουμε στο έλεος της παράνομης λέσχης ή του παράνομου καζίνο ή να του παρέχουμε ένα αυστηρά ελεγχόμενο περιβάλλον για να εκτονώσει το πάθος του; Δίνοντάς του τη δυνατότητα να πάει σε ένα νόμιμο καζίνο, του κάνουμε καλό ή κακό; Η συνήθης δικαιολογία είναι ότι αν δεν είναι εύκολη η πρόσβαση στο καζίνο, αυτός δεν θα πάει. Αυτή είναι η μεγαλύτερη πλάνη. Αν δεν είναι εύκολη η πρόσβαση, πιθανότατα θα καταλήξει στην παράνομη «μπαρμπουτιέρα» που σίγουρα θα δημιουργηθεί στη γειτονιά του. Αν υπάρχει η ανάγκη, θα βρεθεί ο τρόπος. Κάθε μέρα διαβάζουμε στις εφημερίδες για τα παράνομα καζίνο που κλείνει η αστυνομία και τα οποία ξανανοίγουν αμέσως μετά.

Παλαιότερα, όταν ταξίδευα πολύ συχνά, θυμάμαι ότι στη Γερμανία, σχεδόν σε όλα τα ξενοδοχεία λειτουργούσε κι ένα καζίνο. Δεν είδα να έχουν καταστραφεί οι Γερμανοί. Το Λονδίνο είναι γεμάτο καζίνο. Οι θαμώνες σε αυτά είναι κατά κύριο λόγο επισκέπτες του Λονδίνου. Απλώς το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των καζίνο είναι ιδιαίτερα αυστηρό και εφαρμόζεται κατά γράμμα. Πριν από αρκετά χρόνια, έκανε αίσθηση το κλείσιμο (από τις Αρχές) του Playboy καζίνο στην Park Lane, για μια τυπική παράβαση. Το κλείσιμο έγινε με συνοπτικές διαδικασίες, παρά το γεγονός ότι το Playboy αποτελούσε έναν από τους δημοφιλέστερους προορισμούς των Αμερικανών επισκεπτών. Η πανίσχυρη Gaming Commission αποφάσισε και επέβαλε το κλείσιμο χωρίς να μεσολαβήσουν μακροχρόνιες δικαστικές περιπέτειες. Ετσι λειτουργούν οι θεσμοί στα ευνομούμενα κράτη.

Σαν το καζίνο έχουμε πολλά παρόμοια taboo στην Ελλάδα. Για παράδειγμα, εμείς οι παλαιότεροι θυμόμαστε τον περίφημο περιορισμό στο συνάλλαγμα. Οταν ταξίδευες στο εξωτερικό, μπορούσες να πάρεις μόνο 300 δολάρια για κάθε ταξίδι! Ολοι γνώριζαν ότι αυτά δεν έφταναν για τίποτε. Ετσι είχε δημιουργηθεί ένας ολόκληρος μηχανισμός για την παράνομη εξαγωγή συναλλάγματος. Το σκεπτικό των πολιτικών τότε ήταν το ακόλουθο: «Αν επιτραπεί η ελεύθερη εξαγωγή συναλλάγματος, τότε θα φύγουν όλα τα λεφτά από την Ελλάδα. Βάζοντας αυστηρούς περιορισμούς ελέγχουμε μερικώς την κατάσταση». Ευτυχώς, ζήσαμε και είδαμε ότι όταν απελευθερώθηκε το συνάλλαγμα δεν έγινε απολύτως τίποτε. Ετσι είναι και το taboo με τα καζίνο. Αν γίνει πιο ελαστική η χορήγηση αδειών, οι Ελληνες δεν πρόκειται να γίνουν περισσότερο τζογαδόροι. Απλώς θα εκλείψει μια σειρά από παράνομες δραστηριότητες και θα περιοριστεί η διαφθορά στους ελεγκτικούς μηχανισμούς, η οποία πάντοτε δημιουργείται όταν κάτι λειτουργεί παράνομα. Ακόμη, το κράτος θα εισπράττει χρήματα από τη φορολόγηση της δραστηριότητας αυτής, ενώ σήμερα όλα αυτά τα χρήματα είναι μέρος της παραοικονομίας και της διαφθοράς. Και να μην ξεχνάμε. Θα γλιτώσουμε και από τις μετακινήσεις των Θεσσαλονικιών (και όχι μόνον) προς τα καζίνο των Σκοπιανών, που άνοιξαν κοντά στα σύνορά μας για να εξυπηρετούν τους Ελληνες πελάτες τους και να τους παίρνουν τα χρήματά τους!

* Ο κ. Ανδρέας Δρυμιώτης είναι σύμβουλος επιχειρήσεων.