ΑΠΟΨΕΙΣ

Αλλη μία χαμένη ευκαιρία για την Κύπρο;

Ο αείμνηστος Γλαύκος Κληρίδης, στα βιβλία του και τον πολιτικό του λόγο, είχε χαρακτηρίσει τη σύγχρονη ιστορία της Κύπρου σαν μια αλυσίδα «χαμένων ευκαιριών». Θιασώτης του ρεαλισμού και της σύνεσης, διαχώριζε το ευκταίο από το εφικτό ― στο πλαίσιο ενός άναρχου διεθνούς συστήματος, το οποίο υποχωρούσε μπροστά στα συμφέροντα και την ισχύ των εμπλεκομένων παρά στις περί δικαίου και ηθικής διακηρύξεις τους.

Σήμερα, δέκα χρόνια μετά τις άκαρπες διαπραγματεύσεις και τις παλινωδίες του θνησιγενούς σχεδίου Ανάν, ανοίγει και πάλι η προοπτική της λύσης του ακανθώδους προβλήματος που έχει ταλαιπωρήσει τον ελληνισμό τα τελευταία εξήντα χρόνια. Η πρόβλεψη, σ’ αυτή τη φάση των εξελίξεων, είναι παρακινδυνευμένη υπόθεση. Επομένως, θα παραθέσω τέσσερα διαφορετικά σενάρια του μέλλοντος κατά σειρά προτιμήσεως του γράφοντος. Φυσικά, και τα τέσσερα σενάρια κινούνται στους χώρους του εφικτού ή και του ανεπιθύμητου. Το ευκταίο για την Κύπρο θα ήταν ένα σύστημα δημοκρατίας δυτικού τύπου, που σέβεται την αρχή των δικαιωμάτων της πλειοψηφίας και προστατεύει τις ελευθερίες των εκάστοτε μειοψηφιών. Δυστυχώς από το 1955 μέχρι σήμερα δεν κατέστη εφικτό.

Το πρώτο σενάριο έχει σοβαρές πιθανότητες πραγμάτωσης. Το κοινό ανακοινωθέν που συμφωνήθηκε από τις δύο πλευρές αναφέρεται στο καθεστώς διζωνικής/δικοινοτικής ομοσπονδίας, με μία κυριαρχία, μία ιθαγένεια και μία διεθνή προσωπικότητα. Οι διαπραγματεύσεις που θα ακολουθήσουν μπορούν να καταλήξουν σε κοινά αποδεκτές παραμέτρους στο συνταγματικό (αρμοδιότητες ομοσπονδιακής κυβέρνησης και επιμέρους πολιτειών), στο εδαφικό (π.χ. επιστροφή στους Ελληνοκυπρίους κατοχικών περιοχών ― στην Αμμόχωστο, τη Μόρφου κ.α.), το περιουσιακό (κυρίως αποζημιώσεις για περιουσίες που χάθηκαν -στον Βορρά και τον Νότο- από τα τραγικά γεγονότα του 1974), αρμοδιότητες των τριών εγγυητριών δυνάμεων (Ελλάδας, Τουρκίας, Βρετανίας), μεταβατικές διατάξεις για την απόσυρση ξένων δυνάμεων, εδραίωση καθεστώτος πλήρους αποστρατιωτικοποίησης και αποχώρηση συμφωνημένου αριθμού Τούρκων εποίκων από τα Κατεχόμενα. Στην τρέχουσα διαδικασία, αντίθετα με τις πρόνοιες του σχεδίου Ανάν, τα Ηνωμένα Εθνη δεν αναλαμβάνουν ρόλο επιδιαιτητή. Και στην περίπτωση αμοιβαίας αποδοχής ενός σχεδίου λύσης, Ελληνοκύπριοι, Τουρκοκύπριοι, Μαρωνίτες και άλλοι Κύπριοι πολίτες θα έχουν τον τελευταίο λόγο αποδοχής ή απόρριψής του (σε χωριστά και ταυτόχρονα δημοψηφίσματα των δύο κοινοτήτων). Δέκα χρόνια αργότερα, η μεγάλη διαφορά με το 2004 είναι ότι το όποιο σχέδιο δεν θα φτάσει ποτέ σε δημοψηφίσματα αν οι ηγεσίες των δύο κοινοτήτων δεν καταλήξουν σε κάποιον έντιμο συμβιβασμό. Πρόσθετοι ενισχυτικοί παράγοντες υπέρ μιας λύσης το 2014 είναι το εσωτερικό μέτωπο υπέρ των διαπραγματεύσεων στην ελληνοκυπριακή πλευρά (ΔΗΣΥ, ΑΚΕΛ και Αρχιεπίσκοπος) και η στάση της διεθνούς κοινότητας (ιδίως της κυβέρνησης Ομπάμα στις ΗΠΑ και του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ). Τέλος, υπάρχουν και αστάθμητοι παράγοντες που μπορούν να στηρίξουν ή να υπονομεύσουν μια λύση, όπως η ανακάλυψη σημαντικών υποθαλάσσιων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων, η στάση του γειτονικού Ισραήλ, με δεδομένη την ένταση της σχέσης του με την κυβέρνηση Ερντογάν, και οι αυξανόμενες τριβές στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό της Τουρκίας.

Το δεύτερο σενάριο συνεπάγεται την αντιστροφή όλων σχεδόν των παραπάνω προβλέψεων. Βασίζεται στην έντονη αμφισβήτηση του ΔΗΚΟ (και του νέου ηγέτη του Νικόλα Παπαδόπουλου), που συνεχίζει στα χνάρια της πορείας του αείμνηστου πατέρα του. Μαζί με τα μικρότερα κόμματα της ελάσσονος αντιπολίτευσης, αμφισβητεί το κοινό ανακοινωθέν που θεωρεί ότι οδηγεί σε έναν μασκοφορεμένο σωσία του απαράδεκτου (από το 76% των Εληνοκυπρίων) σχεδίου Ανάν. Συνθηματικά, οι αντιρρήσεις της ελάσσονος κυπριακής αντιπολίτευσης μπορούν να συνοψιστούν με τέσσερα μεγάλα «όχι»: όχι στη συνομοσπονδία δύο οντοτήτων με επιμέρους «κυριαρχικά δικαιώματα»· όχι στην εναλλαγή προεδρικών θητειών μεταξύ Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων· όχι στην «παρθενογένεση» ενός νέου κυπριακού κράτους, με δύο πολιτικά ισοδύναμες εθνοτικές συνιστώσες (όχι -δηλαδή- στην εξομοίωση δύο εταίρων που εξισώνει το 80% του πληθυσμού με το 18%)· και, κυρίως, όχι στο «δικαίωμα επέμβασης» της Τουρκίας στα εσωτερικά της Κύπρου, με πρόσχημα την «εγγύηση» της ασφάλειας των Τουρκοκυπρίων. Οπως γίνεται αντιληπτό, η άλλη πλευρά -με δεδομένη τη στάση της δεκαετιών- δεν θα αποδεχθεί αυτούς τους όρους και η σημερινή κατάσταση της ντε φάκτο διχοτόμησης θα συνεχίζεται στο προβλεπόμενο μέλλον.

Ενα τρίτο σενάριο, που αρχίζει να ακούγεται διακριτικά τελευταίως από την ελληνοκυπριακή πλευρά, αφορά την επίσημη αποδοχή της διχοτόμησης της Κύπρου, υπό τον όρο σημαντικής επιστροφής εδαφών από τα Κατεχόμενα προς την Κυπριακή Δημοκρατία. Είναι ένα είδος συναινετικού διαζυγίου που στηρίζεται στη λαϊκή ρήση «καλύτερα χώρια και φίλοι, παρά μαζί και εχθροί». Το παράδοξο στο σενάριο αυτό είναι ότι η τουρκική πλευρά δεν φαίνεται να συμφωνεί πλέον με την επιστροφή εδαφών. Ούτε, θα έλεγα, και με το λεγόμενο «taksim», καθώς αντιλαμβάνεται ότι η πλήρης ανεξαρτησία της βόρειας Κύπρου τής στερεί κάθε ελπίδα συμμετοχής (και συναποφάσεων με τους Ελληνοκυπρίους) στην Ευρωπαϊκή Ενωση και την Ευρωζώνη. Επιπροσθέτως, αντιλαμβάνονται οι Τουρκοκύπριοι (και οι Τούρκοι προστάτες τους) ότι χάνουν σημαντικά οφέλη συμμετοχής στην αξιοποίηση του ενεργειακού πλούτου νοτίως και ανατολικά της Κυπριακής Δημοκρατίας εάν επιλέξουν τον δρόμο της διχοτόμησης.

Το τέταρτο σενάριο στηρίζεται στη διαιώνιση του παρόντος ασαφούς καθεστώτος εις το διηνεκές. Η Κυπριακή Δημοκρατία παραμένει κράτος, μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης και της Ευρωζώνης, και περιμένει την αλλαγή των συνθηκών στην Τουρκία (κάποιος πολιτικός σεισμός και καταποντισμός;) που θα επιτρέψει κάποιο δίκαιο και επιθυμητό σχέδιο λύσης για τον άκρως δοκιμασμένο κυπριακό λαό. Δηλαδή, «πάλι με χρόνια και καιρούς, πάλι δικά μας θα ’ναι». Αλλά δυστυχώς υπάρχει και μια άκρως αρνητική πλευρά στο τέταρτο σενάριο. Αν εμείς, ως συνιστώσες του ελληνισμού, αυξήσουμε την πόλωση και διχαστούμε σε φιλοευρωπαίους και αντιευρωπαίους (παρακολουθούμε τις πρόσφατες ταραχές στην Ουκρανία), τότε δεν πρέπει να αποκλείσουμε και έναν πόλεμο με την ανασφαλή, ανήσυχη και αναθεωρητική Τουρκία, η οποία περιμένει υπομονετικά στη γωνία για να δημιουργήσει νέα «τετελεσμένα γεγονότα» στην Κύπρο και το Αιγαίο!

* Ο κ. Θ. Κουλουμπής είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.