ΑΠΟΨΕΙΣ

Ασυμβίβαστο βουλευτικού και υπουργικού αξιώματος

Η κυβέρνηση έχει αναγγείλει ότι σύντομα θα παρουσιάσει ολοκληρωμένες προτάσεις για την αναθεώρηση του Συντάγματος.

Με την ευκαιρία αυτή καταθέτω τις δικές μου σκέψεις που έχουν προέλθει από τη μακρά μου παρουσία στον δημόσιο βίο της χώρας αλλά και από τη συμμετοχή μου σε όλες τις διαδικασίες για τις αναθεωρήσεις του Συντάγματος από το 1963 μέχρι σήμερα.

Ηδη δημοσιεύθηκε η πρότασή μου για το πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της Γερουσίας την οποία η κυβέρνηση εισηγείται να ιδρυθεί («Καθημερινή», 28 Φεβρουαρίου 2014).

Οι πάντες –όταν οι ίδιοι δεν είναι ενδιαφερόμενοι– κατηγορούν τις «εξυπηρετήσεις», τα κοινώς λεγόμενα ρουσφέτια. Δεν θα ήμουν ειλικρινής αν δεν αναγνώριζα ότι στη μακρά πολιτική μου διαδρομή υπήρξαν περιπτώσεις που αποδέχθηκα την πίεση που ησκείτο πάντοτε προς την κατεύθυνση αυτή.

Ομως σήμερα η αναθεώρηση του Συντάγματος μας δίνει τη δυνατότητα να περιορισθεί το φαινόμενο αυτό που μολύνει την πολιτική μας ζωή. Υστερα από εξαντλητική μελέτη κατέληξα στην άποψη ότι το φαινόμενο αυτό θα μειωθεί αισθητά αν οδηγηθούμε στη θέσπιση ασυμβίβαστου βουλευτικής και υπουργικής ιδιότητας και ταυτόχρονης απαγόρευσης του υπουργού να είναι υποψήφιος στις αμέσως προσεχείς εκλογές σε οποιαδήποτε εκλογική περιφέρεια της χώρας.

Η λύση αυτή εμφανίζει και πολλά άλλα θετικά στοιχεία:

Πρώτον: Θα βελτιωθεί αισθητά το επίπεδο των εργασιών του Κοινοβουλίου. Διότι με την υπουργοποίηση των κατά τεκμήριο υψηλών προσόντων βουλευτών στερείται το Κοινοβούλιο από τη συμμετοχή στις εργασίες του των πλέον προσοντούχων βουλευτών με αποτέλεσμα το έργο του να είναι κατώτερο του επιθυμητού.

Δεύτερον: Ισχυροποιείται η αρχή της διατήρησης των εξουσιών, αφού πλέον άλλα πρόσωπα θα νομοθετούν και άλλα θα εκτελούν τους νόμους.

Τρίτον: Θα περιορισθούν οι πιέσεις για υπουργοποίηση των βουλευτών οι οποίες μερικές φορές φθάνουν μέχρι εκβιασμού, κυρίως όταν η πλειοψηφία στη Βουλή είναι οριακή, αφού όλοι θα γνωρίζουν ότι η ανάληψη υπουργικών καθηκόντων συνεπάγεται ταυτόχρονη απώλεια της βουλευτικής ιδιότητας, η δε παραμονή στην κυβέρνηση εναπόκειται στην κρίση του πρωθυπουργού.

Τέταρτον: Ο πρωθυπουργός, γνωρίζοντας ότι ο υπουργοποιούμενος χάνει τη θέση του στη Βουλή, είναι βέβαιο ότι θα σχηματίζει την κυβέρνησή του με μακροπρόθεσμη προοπτική. Θα αποφευχθεί έτσι το φαινόμενο των συχνών ανασχηματισμών, κυρίως για την ικανοποίηση μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων, το οποίο όμως μειώνει δραστικά την απόδοση του κυβερνητικού έργου.

Πέμπτον: Ο βουλευτής  –  υπουργός  καλείται  ως βουλευτής να ελέγξει το  έργο  της  κυβέρνησης  στην οποίαν όμως μετέχει. Ετσι κρίνων και κρινόμενος  ταυτίζονται,  γεγονός το οποίο όχι μόνο είναι παράδοξο αλλά και απαράδεκτο.

Αξίζει να σημειωθεί ότι και άλλες δυτικοευρωπαϊκές έννομες τάξεις (η γαλλική, η βελγική, η κυπριακή και η αυστριακή) εφαρμόζουν τον θεσμό του ασυμβίβαστου βουλευτικής και υπουργικής ιδιότητας. Η διαφορά μεταξύ τους, μάλιστα, έγκειται στο γεγονός ότι στη μεν Γαλλία και στην Κύπρο ο υπουργός χάνει τη βουλευτική του ιδιότητα, ενώ στο Βέλγιο και στην Αυστρία ο υπουργοποιούμενος βουλευτής εκπίπτει μεν από το βουλευτικό αξίωμα, το επανακτά, όμως, όταν παύσει να είναι υπουργός. Αξίζει να σημειωθεί ότι η εκδοχή αυτή υιοθετήθηκε από το Α΄ Προσυνέδριο της Νέας Δημοκρατίας στις 21 Ιανουαρίου 2000.

Σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν, θεωρώ ότι ένα σύστημα οριστικής απώλειας της βουλευτικής ιδιότητας του υπουργοποιουμένου για το υπόλοιπο της βουλευτικής περιόδου θα είναι προτιμότερο και πρακτικότερο από την προσωρινή απώλεια της ιδιότητας αυτής.

Στο βιβλίο μου «Η αναγκαία αναθεώρηση – Για ένα σύγχρονο Σύνταγμα» (εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα – 2006) έχω καταγράψει αναλυτικά τις παραπάνω σκέψεις μου σχετικά με το ασυμβίβαστο βουλευτικής και υπουργικής ιδιότητας. Σήμερα, ύστερα από νεότερες σκέψεις καταλήγω στην άποψη ότι ο υπουργός δεν θα μπορεί να είναι υποψήφιος στις αμέσως προσεχείς εκλογές σε καμία εκλογική περιφέρεια της χώρας.

Συμπερασματικά: η καθιέρωση του ασυμβίβαστου μεταξύ βουλευτικής και υπουργικής ιδιότητας συμβάλλει ουσιαστικά στη βελτίωση του επιπέδου των εργασιών του Κοινοβουλίου, αυξάνει την αποδοτικότητα της κυβέρνησης και πλήττει δραστικά το «ρουσφέτι».

* Ο κ. Ιωάννης Μ. Βαρβιτσιώτης έχει εκλεγεί 13 φορές βουλευτής. Συμμετείχε ανελλιπώς σε όλες τις αναθεωρητικές εργασίες του Συντάγματος από το 1963 μέχρι σήμερα. Ηταν εισηγητής της Μειοψηφίας στην αναθεώρηση του Συντάγματος του 2000.