ΑΠΟΨΕΙΣ

Εξωτερική πολιτική: παράπλευρη απώλεια της κρίσης

Η υποτονική,αν μη ανύπαρκτη, θεσμική συμμετοχή της ελληνικής προεδρίας της Ε.Ε. στη σύντονη ευρωπαϊκή κινητοποίηση προς αντιμετώπιση της ρωσοουκρανικής κρίσης επιβεβαιώνει τη συνήθη προσχηματική πρακτική που, πλην ολίγων εξαιρέσεων, εφαρμόσθηκε διαχρονικά και διακομματικά από το ελληνικό πολιτικό σύστημα προκειμένου να δικαιολογείται η εκάστοτε περιθωριοποίηση της εξωτερικής πολιτικής και των συναφών λεγόμενων «εθνικών θεμάτων». Το φαινόμενο δεν είναι, βέβαια, καινοφανές.

To φοβικό σύνδρομο έναντι των ξένων, η αναζήτηση της εύνοιάς τους με την υστερόβουλη πρόθεση αξιοποίησής της στην εσωτερική πολιτική σκηνή, το δέος του διαβόητου πολιτικού κόστους και, τέλος, το έλλειμμα γνώσης και, κυρίως μνήμης των εκάστοτε πολιτικών αρμοδίων για τη χάραξη και προώθηση αποτελεσματικής εξωτερικής πολιτικής αποτελούν εγγενή χαρακτηριστικά του καχεκτικού πολιτικού οργανισμού της χώρας. Η εντυπωσιακή, άλλωστε, απουσία των εξωτερικών θεμάτων στις προεκλογικές διακηρύξεις και αντιπαραθέσεις σε όλες τις εκλογές κατά τα τελευταία σαράντα χρόνια μαρτυρεί του λόγου το αληθές.

Ωστόσο, τη φορά αυτή το «βολικό» άλλοθι εξασφαλίστηκε χάρις στην οικονομική κρίση που ταλανίζει την Ελλάδα επί πενταετία ήδη και που απαιτεί –υποτίθεται- από την πολιτική ηγεσία του τόπου να αφιερωθεί αποκλειστικά στους χειρισμούς που θα τον οδηγήσουν στην ανάκαμψη από τις σημερινές δυσμενείς συνθήκες.

Δεν υπάρχει ασφαλώς αμφιβολία ότι οι σοβαρές οικονομικές συγκυρίες δεν παρέχουν άνεση δραστηριοποίησης στο διπλωματικό πεδίο και στον σχεδιασμό ή ακόμα περισσότερο στην ανάληψη τελεσφόρων συναφών πρωτοβουλιών.

Από το σημείο όμως αυτό μέχρι τη διαπίστωση της σημερινής ουσιαστικής υποβάθμισης ή παρασιώπησης κρίσιμων εξελίξεων που άπτονται είτε θεμάτων εθνικού ενδιαφέροντος για την Ελλάδα είτε της ενεργού παρουσίας της σε διεθνείς θεσμούς, όπως είναι η προεδρία της Ε.Ε., υπάρχει μεγάλη και άκρως επικίνδυνη απόσταση.

Είναι ενδεικτικό εν προκειμένω ότι με τη σιωπηρή ανοχή της συντριπτικής πλειοψηφίας του πολιτικού συστήματος και με την εξίσου καταδικαστέα συνενοχή των ΜΜΕ (τα εθνικά θέματα δεν «πουλάνε»), ελάχιστη δόθηκε προσοχή στις πρόσφατες διεργασίες σχετικά με το Κυπριακό. Με αποτέλεσμα να περάσει σχεδόν απαρατήρητη και ασχολίαστη η απίστευτη ελλαδική-ελληνοκυπριακή συναπόφαση αναθεώρησης πάγιων εθνικών θέσεων και αποδοχής τετραμερών, στην ουσία, διαπραγματεύσεων με την τουρκική πλευρά, προς συνομολόγηση ενός ασφαλώς δυσμενέστερου σχεδίου Ανάν. Αντιθέτως προβλήθηκαν για πρόδηλους επικοινωνιακούς λόγους τα τετριμμένα ανακοινωθέντα των σχετικών διαβουλεύσεων ανωτάτου επιπέδου, με τη μόνιμη, σε όλες τις ανάλογες συναντήσεις από το 1977, ανούσια φρασεολογία περί εκατέρωθεν συναντίληψης στην επιδίωξη «δίκαιης και βιώσιμης» λύσης του εθνικού προβλήματος.

Ανάλογη είναι η υποβάθμιση των προβληματισμών μας, αν φυσικά υπάρχουν, σχετικά με το λεγόμενο Σκοπιανό. Για το οποίο το σύνολο σχεδόν του πολιτικού κόσμου αδρανεί εντυπωσιακά, αρκούμενο στην τυπική συνέχιση των ατέρμονων εικοσαετών, πλέον, συνομιλιών υπό την αιγίδα του Γ.Γ. του ΟΗΕ -έχουν ήδη αλλάξει τρεις γενικοί γραμματείς- με την προσδοκία εξεύρεσης μια φραστικής φόρμουλας που θα δικαιολογούσε την εκ μέρους αποδοχή του όρου «Μακεδονία», παρά τις περί του αντιθέτου πομφόλυγές μας.

Η ίδια, τέλος, διπλωματική αδράνεια παρατηρείται και στις διμερείς ελληνοτουρκικές σχέσεις, στο πολιτικοοικονομικό πεδίο. Στον τομέα αυτόν η διπλωματική δραστηριότητα της χώρας εξαντλείται στις διαπραγματεύσεις για «τεχνικά» θέματα, οι οποίες ουδέν άλλο προσφέρουν παρά μόνο τη μάσκα του διαλλακτικού στην Τουρκία. Και μάλιστα καθ’ ην στιγμή η αδιαλλαξία της γείτονος εξακολουθεί να εκδηλώνεται απροκάλυπτα σε πολύ σημαντικότερα ζητήματα όπως στο Αιγαίο, με τη σταδιακή εμπέδωση των τουρκικών διεκδικήσεων για ναυτικές και αεροπορικές «γκρίζες ζώνες» και τη μονιμοποίηση του casus belli. Στη Θράκη με την έλλειψη οποιασδήποτε αντιδράσεώς μας στην ανεξέλεγκτη δράση των τουρκικών αρχών, του Τούρκου ΥΠΕΞ συμπεριλαμβανομένου, προς αξιοποίηση του μουσουλμανικού στοιχείου. Και στο οικονομικό πεδίο με την πρόδηλη απραξία μας ως προς την ανακήρυξη ΑΟΖ, πιθανότατα κατόπιν των σχετικών τουρκικών απειλών.

Τα πράγματι δυσεπίλυτα δημοσιονομικά και αναπτυξιακά προβλήματα αξίζουν αναμφίβολα κάθε δυνατής προσπάθειας ώστε να υπερπηδηθούν ταχύτατα και να επανέλθει η ευημερία στη χώρα.

Ωστόσο, καμία τέτοια δυσκολία δεν αίρει την ευθύνη της κυβέρνησης και την ισότιμη συνευθύνη των υπόλοιπων πολιτικών δυνάμεων για την περιθωριοποίηση της εθνικής εξωτερικής πολιτικής και τη συνακόλουθη παραμέληση των εθνικών θεμάτων. Τα οποία απαιτούν αδιάπτωτη και ενεργή επαγρύπνηση, καθώς άπτονται της ίδιας της υπόστασης της Πατρίδας, προς αποτροπή αναπόφευκτων συνεπειών που, σε αντίθεση με την οικονομική ανάκαμψη, είναι, μακροχρόνια τουλάχιστον, απείρως τραγικότερες και συχνά μη αναστρέψιμες.

* Ο κ. Χρήστος Γ. Ζαχαράκις είναι πρέσβης ε.τ., πρώην γενικός γραμματέας του ΥΠΕΞ