ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι αστοί του Δημοσίου

oi-astoi-toy-dimosioy-2017246

Η ​​αστική τάξη, ως ευρύ κοινωνικό στρώμα, άρχισε να διαμορφώνεται στη χώρα μας ουσιαστικά περί τη δεκαετία του ’70, και με καθυστέρηση άνω των εκατό ετών σε σχέση με τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές εξελίξεις. Απέκτησε όμως τα καθοριστικά χαρακτηριστικά της και εδραιώθηκε ως ελληνική αστική τάξη από τη δεκαετία του ’80 και μετά. Μέχρι το ’60 η Ελλάδα ήταν μια φτωχή καθημαγμένη χώρα, στην οποία οι μικρές δυναμικές και παραγωγικές πληθυσμιακές ομάδες αναζητούσαν διέξοδο στη μετανάστευση μάλλον, παρά στη δημιουργία αστικών πλουτοπαραγωγικών κέντρων.

Το νέο ανατρεπτικό πολιτικό σκηνικό που προέκυψε από το ’81 και μετά, το οποίο αυτοχαρακτηριζόταν «σοσιαλιστικό», επέφερε όχι μία αλλά δύο μεγάλες αλλαγές. Η πρώτη «σοσιαλιστική» αλλαγή ήταν η καθιέρωση του εξωτερικού δανεισμού, αλλά και των πρώτων προγραμμάτων ενίσχυσης από την τότε ΕΟΚ ως πηγής εύκολης και γρήγορης παραγωγής πλούτου. Μέχρι τότε η χώρα ζούσε με τις ίδιες πτωχές δυνάμεις. Αυτός ο καινοφανής και δάνειος πλούτος άρχισε να κατευθύνεται, από τη νεοπαγή αστική τάξη κυρίως, προς την κατανάλωση, εξ ου και το έκτοτε χρόνιο έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου της χώρας. Η οικοδομή επίσης απορρόφησε ένα σοβαρό μέρος του νέου πλούτου. Το «διαμέρισμα πολυκατοικίας» σε εκείνη την ιστορική συγκυρία έπαιξε έναν διπλό ρόλο. Αφ’ ενός παρέσχε μοντέρνα και ζηλευτή στέγη στα όνειρα των φρέσκων αστών, αφ’ ετέρου προσέφερε και τη μοναδική επενδυτική διέξοδο σε όσους ήθελαν να αποταμιεύσουν μέρος του νέου πλούτου τους, εφόσον, τότε, άλλες επενδυτικές δυνατότητες πλην της οικοδομής ουσιαστικά δεν υπήρχαν.

Η δεύτερη μεγάλη «σοσιαλιστική» αλλαγή ήταν η δημιουργία ενός απαραίτητου μηχανισμού διανομής του νεοαποκτηθέντος δανειακού πλούτου. Τον ρόλο αυτό ανέλαβε το ίδιο το κράτος, το οποίο έκτοτε άρχισε να γιγαντώνεται και να υιοθετεί νέους ρόλους, όπως αυτούς του εργοδότη, του εμπόρου και του βιομηχάνου. Προς ενίσχυση και διεύρυνση των σοσιαλιστικών αυτών κρατικών δραστηριοτήτων, άρχισε να ξεφυτρώνει πληθώρα δημοσίων επιχειρήσεων, οργανισμών, ιδρυμάτων κ.λπ., τα οποία έκτοτε και μέχρι σήμερα ταλανίζουν τον πολιτικό βίο και αφαιμάσσουν την οικονομία.

Φυσικά, η νέα γενιά πολιτικών και λοιπών παρατρεχάμενων είχε δύο κοινούς παρονομαστές.

Κατά πρώτον, όλοι οι διοικούντες ήσαν κομματικοί δερβίσηδες, οι οποίοι ανταγωνίζονταν σε επίδειξη κομματικού φανατισμού, και κατά δεύτερον, ήσαν βαθύτατοι κρατιστές, οι οποίοι αναθεμάτιζαν την ύπαρξη και λειτουργία του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας. Σε αυτό το περιβάλλον άρχισε να συγκροτείται η νέα τάξη της νεοελληνικής κοινωνίας, η αστική τάξη, με βασικό σημείο αναφοράς το Δημόσιο.

Οι πολλοί υπήχθησαν σε άμεση εξάρτηση με αυτό, αφού προσελήφθησαν ως δημόσιοι υπάλληλοι, ενώ οι λιγότεροι είχαν έμμεση εξάρτηση, αφού άρχισαν να συναλλάσσονται επαγγελματικά, όμως υπό καθεστώς προστατευτισμού και ειδικών προνομίων, ως προμηθευτές, εργολάβοι κ.λπ.

Οσοι ήσαν εκτός Δημοσίου αποτελούσαν προφανές πεδίο ψηφοθηρίας και πολιτικών εκβιασμών. Οσοι δε ήσαν εντός επεδίωκαν να προασπίσουν και να προαγάγουν τα συμφέροντά τους – τα περίφημα «κεκτημένα». Ως φύλακας άγγελος των εν λόγω κεκτημένων ανεπτύχθη μια νέα κατηγορία αξιωματούχων, οι συνδικαλιστές του δημοσίου τομέα. Αυτοί, αν και τύποις αιρετοί, στην ουσία απεδείχθησαν ισόβιοι επαγγελματίες συνδικαλιστές και κομματικά στελέχη. Αυτονομημένοι και παντοδύναμοι, τύποις εκπρόσωποι των εργαζομένων, ουσιαστικά εξυπηρετούσαν δικά τους και κομματικά συμφέροντα, και διοικούσαν τις δημόσιες επιχειρήσεις και τράπεζες, αφού εκ του νόμου συμμετείχαν στα διοικητικά συμβούλια. Αποτελούσαν δε φόβητρο και γι’ αυτές τις κομματικές διοικήσεις, οι οποίες αν δεν συμφωνούσαν με τις απόψεις των συνδικαλιστών, τον λόγο είχαν τα απεργιακά συνθήματα και οι «αγωνιστικές κινητοποιήσεις».

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αναπτύχθηκε η νεοελληνική τάξη των αστών, η οποία από κοινωνικής και οικονομικής πλευράς κάλυψε το κενό μεταξύ της αγροτικής και της όποιας άρχουσας τάξης υπήρχε τότε στη χώρα μας. Δεν κατάφερε όμως να αποκτήσει τα αισθητικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά των Δυτικοευρωπαίων αστών. Σε σχέση με τους γνήσιους Ευρωπαίους αστούς, οι Ελληνες εύστοχα χαρακτηρίσθηκαν «μικροαστοί». Οι Ευρωπαίοι αστοί είχαν αναπτύξει την ιδεολογία τους και είχαν κατακτήσει τα προνόμιά τους αγωνιζόμενοι. Στους Ελληνες μικροαστούς ιδεολογία δεν χωρούσε, τα δε προνόμια είχαν παραχωρηθεί από τους κομματικούς Γουλιμήδες, οι οποίοι μάλιστα προωθούσαν την οργάνωση της νέας αυτής τάξης σε συντεχνίες. Η συντεχνιακή οργάνωση διευκολύνει την ψηφοθηρία και καθιστά αμεσότερη τη σχέση «ρουσφέτι-ψήφος». Η καθυστερημένη και στρεβλή ανάπτυξη της αστικής τάξης εξηγεί ίσως γιατί στη χώρα μας χωλαίνουν οι θεμελιώδεις θεσμοί της αστικής δημοκρατίας. Η διοίκηση, η Δικαιοσύνη και η δημόσια παιδεία προφανώς υστερούν σε σχέση με τους αντίστοιχους δυτικοευρωπαϊκούς θεσμούς. Η ύπαρξη και η ευημερία της ιδιότυπης νεοελληνικής αστικής τάξης βασίζονταν στο φαινόμενο των περίφημων διπλών ελλειμμάτων. Του δημοσιονομικού ελλείμματος, που επιβαρυνόταν με τις αποδοχές της, και του εμπορικού ελλείμματος που εξασφάλιζε την καταναλωτική ευημερία. Η χρεοκοπία του ελληνικού κράτους, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την αναγκαστική και βίαιη εξισορρόπηση των δύο ισοζυγίων, αλλά και η εγκληματική υπερφορολόγηση που ακολούθησε, συνεπέφερε την κατάρρευση της συγκεκριμένης μερίδας της αστικής τάξης.

Είναι πολύ ενδιαφέρον το ερώτημα, ποια κοινωνική εξέλιξη θα καλύψει το κενό που εκ των πραγμάτων δημιουργείται. Το βέβαιον όμως είναι ότι όποια κοινωνική ομάδα, συν τω χρόνω, καταλάβει τη θέση της προηγούμενης που αποσυντέθηκε, σίγουρα θα πρέπει να μπορεί να αυτοχρηματοδοτείται. Να παράγει περισσότερα από όσα θα ξοδεύει.

*O κ. Θεοδόσης Μπουντουράκης είναι οικονομολόγος.