ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι θετικές προοπτικές και ο κίνδυνος της αδράνειας

Τα δεδομένα επιβεβαιώνουν ότι η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε εξισορρόπηση και βάσιμα ελπίζεται ότι η κεντρική πρόβλεψη για θετικό ρυθμό ανάπτυξης κατά το τρέχον έτος είναι επιτεύξιμη. Ασφαλώς, η ιδιαίτερα σημαντική προσαρμογή που έχει επιτευχθεί αντανακλά σε μεγάλο βαθμό τη βούληση των Ελλήνων πολιτών να πληρώσουν το απαραίτητο κόστος, αναμένοντας ότι η συμμετοχή στο κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα θα έχει μεσοπρόθεσμα οφέλη. Καθώς όμως το κρίσιμο ζητούμενο είναι η επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης μεσοπρόθεσμα, αλλιώς και η ίδια η σταθεροποίηση θα υπονομευθεί, είναι σημαντικό να εξεταστεί η δυναμική των επιμέρους πτυχών της οικονομίας.

Η πρόσφατη θετική δυναμική προέρχεται κυρίως από την πλευρά της ζήτησης. Πρώτον, από την αύξηση της ζήτησης για υπηρεσίες από το εξωτερικό, κυρίως στον τουρισμό, η οποία αποδίδεται στη βελτίωση των διεθνών οικονομικών συνθηκών, της εικόνας της Ελλάδας στο εξωτερικό, όπως και των σχετικών τιμών. Δεύτερον, από την αναστροφή της μείωσης στην ιδιωτική κατανάλωση: παρά την πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, οι προσδοκίες για σταθεροποίηση οδηγούν συνολικά σε λιγότερο επιφυλακτικές καταναλωτικές αποφάσεις. Στην πλευρά της προσφοράς όμως, ο παραγωγικός μετασχηματισμός επιτυγχάνεται με σχετικά αργό ρυθμό. Γι’ αυτό άλλωστε η εξαετής ύφεση ήταν πολύ βαθιά, οι εξαγωγές αγαθών παραμένουν υποτονικές και η προσαρμογή έχει επιτευχθεί σε μεγάλο βαθμό ακριβώς μέσω της ύφεσης.

Προϋπόθεση για την είσοδο σε έναν κύκλο ανάκαμψης είναι πλέον η αποφασιστική και πέρα από κάθε ενδοιασμό και αναβλητικότητα στήριξη των μεταρρυθμίσεων και ειδικότερα μια τομή στη σχέση του δημόσιου τομέα και της επιχειρηματικότητας. Δυστυχώς, κατά τα χρόνια της κρίσης, δεν υπήρξε σαφήνεια ως προς τον στόχο να εξέλθει η χώρα από την κρίση κυρίως μέσω του μετασχηματισμού της οικονομίας και των κανόνων που τη διέπουν. Ομως, η ουσιαστική σύγκλιση με τις περισσότερο ανεπτυγμένες χώρες της Ευρωζώνης προϋποθέτει ακριβώς αυτό. Οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις αποτελούσαν εδώ και δεκαετίες το ζητούμενο στη χώρα, άσχετα με το εάν οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης, που προήλθαν κυρίως από εξωγενείς λόγους, έκρυβαν το μέγεθος του σταδιακά διογκούμενου προβλήματος ανταγωνιστικότητας. Παρά τα επιμέρους θετικά βήματα, θα είναι βαρύ σφάλμα να θεωρηθεί ότι έχει ολοκληρωθεί η προσπάθεια αναφορικά με την αποδοτική λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, της φορολογίας, της δικαιοσύνης ή των συστημάτων εκπαίδευσης και υγείας. Μόνο η αποφασιστική πρόοδος σε αυτά τα μέτωπα θα επιτρέψει την εκδήλωση ενός επενδυτικού κύματος και θα καταστήσει την ελληνική οικονομία ισχυρή και ισότιμη στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Οι μεταρρυθμίσεις και η ανάπτυξη αποτελούν βέβαια το κέντρο των αναζητήσεων της πολιτικής και στο ευρωπαϊκό περιβάλλον. Για τη χώρα μας, το δίλημμα που τίθεται μπροστά της ίσως δεν ήταν ποτέ σαφέστερο: από το σημείο σταθεροποίησης στο οποίο σήμερα βρίσκεται, έχει την ευκαιρία να δει καθαρά τους δύο δρόμους μπροστά της και όχι την πολυτέλεια της αναποφασιστικότητας. Ο ένας δρόμος είναι μεταρρυθμιστικός και θα την απομακρύνει χωρίς αμφιβολία από την κρίση. Ο άλλος είναι ο δρόμος της υποχώρησης και του συμβιβασμού με το αναποτελεσματικό παραγωγικό υπόδειγμα των τελευταίων δεκαετιών – αυτός, αργά ή γρήγορα, θα οδηγήσει και πάλι σε κρίση, καθώς τα πραγματικά μεγέθη της οικονομίας μας θα αποκλίνουν από αυτά των εταίρων στην Ευρωζώνη.

Επειτα από έξι χρόνια ύφεσης, έχει κανείς το δικαίωμα να υπογραμμίσει τη μοναδική σωστή επιλογή της οικονομικής πολιτικής, την εμβάθυνση και υποστήριξη των μεταρρυθμίσεων με στόχο ένα νέο αναπτυξιακό υπόδειγμα: την ένταση της ανταγωνιστικής και όχι κρατικοδίαιτης επιχειρηματικότητας, τη μεταφορά πόρων στην παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών και τη σταδιακή στροφή στην καινοτομία και την οικονομία της γνώσης. Χωρίς αμφιβολία, υπάρχουν ομάδες συμφερόντων που ζημιώνονται βραχυπρόθεσμα από αυτόν τον παραγωγικό μετασχηματισμό. Είτε αυτές είναι ομάδες εργαζομένων είτε επιχειρηματίες, πολιτικοί ή εμπορικοί εταίροι της χώρας, θέτουν και θα θέτουν προσκόμματα σε κάθε μεταρρυθμιστική προσπάθεια.

Ομως, προς αυτές τις ομάδες πρέπει να αντιπαρατίθεται όχι μόνο ένα αίτημα κοινωνικής δικαιοσύνης, ιδίως από τη νέα γενεά, αλλά και η κοινή λογική. Ο καθένας μπορεί να ελπίζει ότι θα συνεχίζει να έχει όφελος σε βάρος των άλλων, όμως η οικονομία αποτελεί τη συνάθροιση όλων των μερών της. Είναι αφελές να πιστεύει κάθε ομάδα ότι μπορεί να διατηρήσει τα δήθεν κεκτημένα της και να συνεχίσει να ανταμείβεται ανεξάρτητα από την πραγματική συνεισφορά της στην οικονομία. Οσοι μάλιστα θεωρούν ότι η χώρα μπορεί να επιτύχει το επίπεδο κατανάλωσης του παρελθόντος χωρίς να μετασχηματιστεί, αγνοούν ότι δεν μπορεί να επαναληφθεί ο εξωτερικός δανεισμός του παρελθόντος και σε απόκλιση με την παραγωγικότητα. Αντί λοιπόν οικονομικές ομάδες να ελπίζουν αφελώς και μονομερώς ότι η παλαιά ισορροπία είναι συνολικά διατηρήσιμη, θα ήταν ίσως προσφορότερο να γίνουν κοινή συνείδηση οι υψηλές παραγωγικές δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας, υπό τον όρο ενός μεταρρυθμιστικού μετασχηματισμού, και να υποστηριχθεί συνολικά μια τέτοια προσπάθεια.

*Ο κ. Νίκος Βέττας είναι καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ.