ΑΠΟΨΕΙΣ

Το τελευταίο ατού του Φρανσουά Ολάντ

Η ​​ Γαλλία περνάει μια πολιτική κρίση, η έκβαση της οποίας είναι αβέβαιη, αλλά θα μπορούσε να αποδειχθεί ευεργετική. Πέντε μήνες αφότου συγκρότησε μια κυβέρνηση «μάχης», όπως την αποκάλεσε, ο πρωθυπουργός Μανουέλ Βαλς αναγκάστηκε να υποβάλει την παραίτησή του στον πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ο Φρανσουά Ολάντ του ανέθεσε αμέσως να σχηματίσει νέα κυβέρνηση. Μια κυβέρνηση «διαύγειας». Ηταν ένας τρόπος να απαλλαγεί από διάφορους υπουργούς, εκ των οποίων ο πιο σημαντικός, ο Αρνό Μοντεμπούρ, υπεύθυνος για την Οικονομία, επέκρινε την πολιτική του προέδρου της Δημοκρατίας, όταν δεν σάρκαζε ανοιχτά τον ίδιο.

Η κριτική αυτή αφορούσε τη δηλωμένη επιλογή του Φρανσουά Ολάντ να δώσει προτεραιότητα στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Οι επιβαρύνσεις που υφίστανται είναι περίπου κατά 30% υψηλότερες από εκείνες των γερμανικών επιχειρήσεων. Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας και ο πρωθυπουργός πρότειναν στην εργοδοσία ένα «σύμφωνο υπευθυνότητας» που περιλάμβανε μια ελάφρυνση 40 δισεκατομμυρίων ευρώ στις επιβαρύνσεις που αφορούν τις επιχειρήσεις (κοινωνικές εισφορές και φόροι) με προσδοκώμενο αντιστάθμισμα τη δημιουργία εκατοντάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας.

Εχοντας βαδίσει διστακτικά κατά το διάστημα μετά την εκλογή του τον Μάιο του 2012, ο Φρανσουά Ολάντ επέλεξε την «πολιτική της προσφοράς» αντί για την «πολιτική της ζήτησης» την οποία παραδοσιακά υποστήριζε η γαλλική Αριστερά. Μπορούσε να κάνει διαφορετικά; Είναι αντιμέτωπος με μια καταστροφική οικονομική κατάσταση, που τη χαρακτηρίζει η μηδενική ανάπτυξη, συνεχής αύξηση της ανεργίας που αγγίζει περίπου το 10% που ενεργού πληθυσμού (500.000 επιπλέον άνεργοι μέσα σε δύο χρόνια), απονευρωμένες επενδύσεις, φυγή των ξένων επενδυτών, ένα έλλειμμα προϋπολογισμού πολύ πάνω από το υπεσχημένο 3%, μια άνοδος του χρέους που ελάχιστα αμβλύνεται από τα χαμηλά επιτόκια.

«Αγαπώ την επιχείρηση», δήλωσε πρόσφατα ο Μανουέλ Βαλς σε μια συνέλευση εργοδοτών. Αυτό το είδος δηλώσεων έχει την ιδιότητα να προκαλεί αποτροπιασμό στους Σοσιαλιστές. Θα προτιμούσαν τον Ολάντ της προεκλογικής εκστρατείας, που κήρυσσε «πόλεμο στους τραπεζίτες».

Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία είναι σε αναβρασμό. Καμιά σαρανταριά βουλευτές αποκαλούμενοι «frondeurs» –αναφορά στους στασιαστές της Σφενδόνης (Fronde) εναντίον της μοναρχίας τον 17ο αιώνα– συνενώθηκαν ήδη στο Κοινοβούλιο και απειλούν να καταψηφίσουν τον προσεχή προϋπολογισμό, που προβλέπει 50 δισεκατομμύρια περικοπές δαπανών σε τρία χρόνια. Καταγγέλλουν μια «λιτότητα» η οποία σε μεγάλο βαθμό ανήκει στο πεδίο του μύθου: οι μισθοί δεν πρόκειται να χαμηλώσουν, το επίπεδο των συντάξεων παραμένει, οι κοινωνικές επιδοτήσεις διατηρούνται, οι δημόσιες δαπάνες αυξάνονται, το ίδιο και ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων…

Με δημοτικότητα που κυμαίνεται μεταξύ 16 και 18%, το πιο χαμηλό ποσοστό για πρόεδρο της 5ης Δημοκρατίας, ο Φρανσουά Ολάντ έχει την πλάτη στον τοίχο. Δεν μπορεί πλέον να επιδοθεί στο παιχνίδι που τόσο καλά έπαιζε ως γραμματέας του Σοσιαλιστικού Κόμματος, στην τέχνη της σύνθεσης αντιφατικών τάσεων και προσωπικών φιλοδοξιών. Ετσι, αντί να εξακολουθήσει να λοξοδρομεί, αποφάσισε να δείξει πως, ό,τι κι αν λένε, έχει την ικανότητα να ασκήσει εξουσία.

Επιβεβαιώνει τον στόχο που κρατούσε κρυμμένο πολλά χρόνια: να προσηλυτίσει στη σοσιαλδημοκρατία, δηλαδή στον σοσιαλ-φιλελευθερισμό, το γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα το οποίο έχει διατηρήσει την παλιά θεμελίωσή του στον κρατισμό. Θέλει να πραγματοποιήσει την επανάσταση που άλλα κόμματα της ευρωπαϊκής Αριστεράς έκαναν πολύ καιρό πριν από το γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα. Και για να υπογραμμίσει ότι αυτήν τη φορά δεν επιζητεί κάποια χιμαιρική σύνθεση, διόρισε επικεφαλής του υπουργείου Οικονομίας, στη θέση του «στασιαστή» Μοντεμπούρ, έναν ευφυέστατο νεαρό άνδρα, τον Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος υπήρξε οικονομικός του σύμβουλος αλλά και τραπεζικό στέλεχος των Ρότσιλντ!

Μέσα σ’ αυτό το γκρίζο κλίμα, ο Φρανσουά Ολάντ έχει δύο ατού: τους θεσμούς της 5ης Δημοκρατίας και την εξέλιξη της Ευρώπης. Στο γαλλικό πολιτικό σύστημα, που δεν είναι ούτε καθαρά προεδρικό ούτε καθαρά κοινοβουλευτικό, ο αρχηγός του κράτους διαθέτει εργαλεία που του επιτρέπουν να επιβάλει την πολιτική του σε μια απρόθυμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Μπορεί να υιοθετήσει τον κρατικό προϋπολογισμό χωρίς την τυπική ψήφο της Βουλής. Μπορεί να κυβερνά με διατάγματα, τα οποία έχουν την ισχύ νόμου και υπόκεινται στην ψήφο των βουλευτών μόνο εκ των υστέρων. Και μπορεί να πατήσει, ή να απειλήσει ότι θα πατήσει, το κουμπί του «ατομικού όπλου», τη διάλυση της Εθνοσυνέλευσης. Η Αριστερά έχασε όλες τις εκλογές –δημοτικές, ευρωπαϊκές κ.λπ.– τα δύο τελευταία χρόνια. Εάν γίνονταν βουλευτικές εκλογές σήμερα, το Σοσιαλιστικό Κόμμα θα επέστρεφε στο Κοινοβούλιο με καμιά πενηνταριά βουλευτές (έναντι 289 σήμερα). Κάτι που κάνει πολλούς να σκέπτονται δύο φορές προτού αποδυναμώσουν την κυβέρνηση.

Από την εκλογή του και μετά, ο Φρανσουά Ολάντ απαιτεί να γίνει ένας αναπροσανατολισμός της ευρωπαϊκής πολιτικής. Εως τώρα, μάταια. Ωστόσο, ο συσχετισμός δυνάμεων μεταξύ των 28 έχει αρχίσει να αλλάζει. Η στασιμότητα απειλεί την Ευρωπαϊκή Ενωση και τη Ζώνη του ευρώ. Ο ίδιος ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ο Μάριο Ντράγκι, έκρουσε πρόσφατα τον κώδωνα του κινδύνου. Η Επιτροπή του Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ θα μπορούσε να φανεί πιο ευνοϊκή σε ένα πρόγραμμα ευρωπαϊκών επενδύσεων. Ο Γάλλος πρόεδρος θα έχει τη δυνατότητα να ακουστεί πολύ καλύτερα αν δεν αρκεστεί να μιλάει για μεταρρυθμίσεις, αλλά προχωρήσει στην πραγματοποίησή τους. Αυτό είναι το τελευταίο ατού του Φρανσουά Ολάντ.

* Ο κ. Ντανιέλ Βερνέ διετέλεσε επί σειράν ετών διευθυντής σύνταξης της εφημερίδας Le Monde και σήμερα διευθύνει το ειδησεογραφικό σάιτ Boulevard Exterieur, που ειδικεύεται στη διεθνή πολιτική.