ΑΠΟΨΕΙΣ

Το διακύβευμα του αερίου της Κύπρου

 [διακύβευμα, το: αυτό που μπορεί να κερδίσει ή να χάσει κανείς σε ένα εγχείρημα ή επιχείρηση, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Γ. Μπαμπινιώτη, 2002, σελ. 485]

Μεά το 1974 οι πιθανότητες ανατροπών στο Κυπριακό υπέρ των ελληνικών συμφερόντων ήσαν ουσιαστικά ανύπαρκτες. Η συντριπτική παρουσία του τουρκικού στρατού στην Κύπρο όχι μόνον απέτρεπε οποιεσδήποτε στρατιωτικές κινήσεις για την απομάκρυνσή του, αλλά καθιστούσε όμηρο τον κυπριακό ελληνισμό σε τυχόν νέα προέλαση. Εξ ανάγκης καλλιεργήθηκε η αντίληψη ότι οι πρόσφυγες θα επέστρεφαν στα κατακτημένα εδάφη διά της επικρατήσεως του διεθνούς δικαίου.

Προς την επίτευξη του εν λόγω στόχου επελέγη ως πλέον κατάλληλη η διεθνοποίηση του Κυπριακού. Κύριο γνώρισμά της η συλλογή ψηφισμάτων σε διεθνείς οργανισμούς. Η στρατηγική αυτή απέβλεπε στη μεσολάβηση πρωτίστως του ΟΗΕ αλλά και των ΗΠΑ, της ΕΣΣΔ ή, τέλος πάντων, όποιου είχε τη δυνατότητα να επηρεάσει τους Τούρκους για να αλλάξει κάπως η κατάσταση.

Η Τουρκία, όμως, θεωρούσε ότι με την εισβολή είχε επιλύσει το θέμα. Αντιστοίχως, οι μεγάλες δυτικές δυνάμεις ήσαν ικανοποιημένες από την ισορροπία που είχε επιβληθεί στο νησί. Στα μάτια τους τα τουρκικά στρατεύματα είχαν επιβάλει μία άδικη ειρήνη αλλά πάντως ειρήνη (διότι στην πράξη πρόκειται περί ειρήνης και ουχί περί εκεχειρίας) και συνακολούθως είχαν διασφαλίσει τη σταθερότητα στην περιοχή. Οι εξελίξεις στην Κύπρο ήσαν προβλέψιμες και δεν επεφύλασσαν εκπλήξεις για τα συμφέροντά τους.

Επιπλέον, στην πράξη, η ελληνική πλευρά ανέτρεψε την πολιτική της διεθνοποιήσεως αποδεχόμενη διακοινοτικές συνομιλίες. Οι συνομιλίες αυτές υποβιβάζουν τη διαφορά στο επίπεδο των δύο κοινοτήτων, ωσάν να κατέχουν οι Τουρκοκύπριοι το βόρειο τμήμα του νησιού. Αντιθέτως, η Τουρκία εμφανίζεται αποστασιοποιημένη και λειτουργούσα ως απλή εντολοδόχος των Τουρκοκυπρίων.

Μόνον η αίτηση για ένταξη της Κύπρου στην ΕΟΚ/Ε.Ε. κίνησε τα λιμνάζοντα ύδατα. Η δυναμική που δημιούργησε, κινητοποίησε πολύ περισσότερο τον διεθνή παράγοντα απ’ ό,τι τα δεκάδες ψηφίσματα σε διεθνείς οργανισμούς. Η ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε., όμως, κινδύνευε να ανατρέψει τις ισορροπίες του 1974 και να προσφέρει ένα σημαντικό πλεονέκτημα στην ελληνική πλευρά. Οι άμεσα ενδιαφερόμενες χώρες, Βρετανία και ΗΠΑ, έσπευσαν να ακυρώσουν το πλεονέκτημα διά του Σχεδίου Ανάν. Σε περίπτωση αποδοχής του, το νέο κράτος της Κύπρου θα αναλάμβανε να στηρίξει την τουρκική ένταξη κατ’ επιταγήν της Ιδρυτικής του Συμφωνίας. Η απόρριψή του μόνον από τους Ελληνοκυπρίους μεθοδεύθηκε για να λειτουργήσει ως κάθαρση για την τουρκική εισβολή και ως άγος (και απονομιμοποίηση) για την ελληνική πλευρά.

Στα χρόνια μετά την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν τα πράγματα παρέμειναν βαλτωμένα στο Κυπριακό. Τυχόν υιοθέτηση της «διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας» θα κατέληγε σε κάποια εκδοχή του Σχεδίου Ανάν. Επειδή ουδείς από την ελληνοκυπριακή πλευρά τολμούσε να αναλάβει αυτό το φορτίο, η «μη λύση» ως λύση, δηλαδή η διαιώνιση της παρούσας καταστάσεως, προέβαλλε ως η πλέον πιθανή προοπτική.

Η ανεύρεση μεγάλων ενεργειακών πηγών στην Ανατολική Μεσόγειο το 2011 άλλαξε για πρώτη φορά τα δεδομένα λύσεως της Κυπριακού. Κάποιο τμήμα της ελληνικής πλευράς φαίνεται να πιστεύει ότι τα κυπριακά ενεργειακά κοιτάσματα μπορούν να λειτουργήσουν ως δέλεαρ προς τους Τούρκους για να βρεθεί λύση. Πρόκειται περί ευσεβούς πόθου.

Η Τουρκία θα δεχόταν να βοηθήσει μόνον εάν ενδιαφερόταν για την ευημερία των Τουρκοκυπρίων και δεν έβλεπε την Κύπρο στρατηγικά. Η Τουρκία δεν θα αρκεσθεί να «συμμετέχει» στην εκμετάλλευση των ενεργειακών πηγών διά των Τουρκοκυπρίων. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι τελευταίοι θα απολάμβαναν των ωφελημάτων ως κάτοικοι ενός άλλου ανεξάρτητου κράτους. Η Τουρκία θα θελήσει να εμπλακεί άμεσα στην εκμετάλλευση των ενεργειακών πηγών νοτίως του νησιού. Αυτό σημαίνει ότι θα επιχειρήσει να προσαρμόσει το όποιο σχέδιο λύσεως στη νομιμοποίηση της άμεσης συμμετοχής της στον έλεγχο των ενεργειακών αποθεμάτων της Κύπρου.

Η ανεύρεση κοιτασμάτων που βρίσκονται τυχαίως στο νότιο τμήμα του νησιού, που ελέγχεται από την Κυπριακή Δημοκρατία, είναι όντως πολύ σημαντική αλλά για διαφορετικό λόγο. Δίνει τη δυνατότητα στον ελληνικό παράγοντα να προχωρήσει σε μία στρατηγική κίνηση, φτιάχνοντας έναν ενεργειακό διάδρομο (π.χ. αερίου ή ηλεκτρικού ρεύματος) Κύπρου-Ελλάδος προς την Ευρώπη (και θεωρητικώς από την Ευρώπη προς τη Μέση Ανατολή). Σήμερα η Ευρώπη εξαρτάται αποκλειστικώς από ενεργειακές πηγές που είτε προέρχονται από τη Ρωσία είτε διέρχονται από τα εδάφη της Τουρκίας. Είναι προφανές ότι συμφέρει την ελληνική πλευρά ο έλεγχος των κοιτασμάτων από τη σημερινή Κυπριακή Δημοκρατία παρά από ένα μόρφωμα (παρόμοιο με αυτό που προδιέγραφε το Σχέδιο Ανάν) εν δυνάμει ενεργούμενο της Τουρκίας.

Οι ενεργειακές πηγές που έχουν ανακαλυφθεί μέχρι στιγμής δεν επαρκούν για να γίνει αυτή η στρατηγική κίνηση. Πρωταρχικό μέλημα της ελληνικής πλευράς πρέπει να είναι η συνέχιση των ερευνών νοτίως της Κύπρου (και της Κρήτης). Μόνον έτσι υπάρχει ελπίδα η λύση στο Κυπριακό να είναι κάτι διαφορετικό από ένα νέο Σχέδιο Ανάν. Οι Τούρκοι προσπαθούν να ακυρώσουν αυτήν την προοπτική. Για την ελληνική πλευρά πρώτο ζητούμενο είναι η ανεύρεση νέων ενεργειακών κοιτασμάτων. Σε περίπτωση επιτυχίας, οι συνομιλίες που θα ακολουθήσουν, θα γίνουν με άλλους όρους.

*Ο κ. Αγγελος Μ. Συρίγος είναι δικηγόρος, επίκουρος καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.