ΑΠΟΨΕΙΣ

Τρεις «ειδικές περιπτώσεις» ζητούν κοινό παρονομαστή

Η Ελλάδα, έχουμε πειστεί πλέον, αποτελεί «ειδική περίπτωση» ή ενίοτε «μοναδική περίπτωση». Γι’ αυτό άλλωστε έχει και τον αντίστοιχο χειρισμό και αντιμετώπιση από την Ευρωζώνη, το ΔΝΤ, αλλά και τις αγορές. Καλώς ή κακώς, το πολιτικό προσωπικό της χώρας έχει δουλέψει ακατάπαυστα για την οικοδόμηση αυτής της μοναδικότητας. Υστερα από πέντε χρόνια βαρύτατης ύφεσης, σε μεγάλο βαθμό άδικα και άνισα κατανεμημένης, και ενώ εμφανίστηκαν τα πρώτα πράσινα βλαστάρια ανάκαμψης στο πρότερο τοπίο της καμένης γης, κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση συνεχίζουν να παγιδεύονται και να παγιδεύουν και εμάς σε μια ιδιοσυγκρασιακή, βλέπε μικροπολιτική, διαχείριση της οικονομίας. Ετσι, μεταξύ της πρώιμης εξόδου από το Μνημόνιο που ανακόπηκε από το αγενές εγερτήριο των αγορών μέχρι τις πολεμικές ιαχές ότι το πάρτι είναι έτοιμο να ξεκινήσει πάλι, οι ανευθυνοϋπεύθυνοι όλων των κομμάτων και κατηγοριών αδυνατούν να συμφωνήσουν στο οφθαλμοφανές: ένα εθνικό σχέδιο για την ελληνική οικονομία. Προτιμούν να ετοιμάζονται για τη δική τους «επόμενη μέρα», με την «εθνική συναίνεση» να αποτελεί ανάθεμα ή, στην καλύτερη περίπτωση, αντικείμενο αδιάφορων τελικά (για εμάς) τακτικισμών: ανάλογα με τις συγκυρίες και τους πολιτικούς σχεδιασμούς, την αναζητεί η κυβέρνηση και την απεύχεται η αντιπολίτευση και τανάπαλιν.

Αλλά και η τρόικα αποτελεί «ειδική περίπτωση», ως προς τον τρόπο που αντιμετώπισε την Ελλάδα. Απλά βρίσκεται από την άλλη πλευρά, αυτών που φορούν τα τεχνοκρατικά παντελόνια, περιβάλλονται τον «εξωτερικό» μανδύα του αλάνθαστου, κρατούν το μπλοκ των επιταγών, και έτσι το γεγονός μάλλον αποσιωπάται. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, το ΔΝΤ που πιέζει να καλυφθεί το δημοσιονομικό κενό του 2015. Η παράσταση επαναλαμβάνεται για τρίτη φορά μέσα σε τρία χρόνια, ενώ λογικά η τρόικα θα θυμάται ότι τις προηγούμενες που ασκήθηκε αντίστοιχη πίεση, το 2013 και 2014, τα πρόσθετα μέτρα θα απέβαιναν τελικά αχρείαστα. Θα μπορούσε να πει κανείς, και δικαίως, ότι πρόκειται για την «τελική αξιολόγηση», ότι επιτέλους η τρόικα και ειδικά το ΔΝΤ στοιχημάτισε την αξιοπιστία του με το ελληνικό πρόγραμμα και ότι, έστω και την ύστατη στιγμή, ας πιεστεί η Ελλάδα να δώσει ισχυρά δείγματα «ιδιοκτησίας» ως προς τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και τη δημοσιονομική προσαρμογή. Τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Ας μην ξεχνάμε ότι η τρόικα αποδέχτηκε την πολιτική διαπραγμάτευση που της πρότεινε η ελληνική πλευρά σε κάθε αξιολόγηση, επιτρέποντας τις αντίστοιχες εκταμιεύσεις και καταστρατηγώντας με άνεση τη δική της αρχή της τήρησης των προϋποθέσεων. Επιπλέον, η ίδια παρουσίασε σοβαρό έλλειμμα ιδιοκτησίας, ως προς τις άστοχες προβλέψεις, τις επαναλαμβανόμενες αναθεωρήσεις, το ξεχείλωμα της διαδικασίας ανάλυσης της βιωσιμότητας του χρέους, το ζήτημα του δημοσιονομικού πολλαπλασιαστή. Το χρέος σήμερα ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι δυσθεώρητο σε σχέση με το χρέος που είχε η Ελλάδα όταν έκλεισαν γι’ αυτήν οι αγορές και δεν έχει ανοίξει μύτη. Με την τωρινή της στάση, η τρόικα δυναμιτίζει αυτό που έχει επιτευχθεί, όπως έχει επιτευχθεί, και τη δυνατότητα της Ελλάδας να βγει στις αγορές και να προσελκύσει επενδυτές. Μα, αυτοί δεν είναι στόχοι που θα έκριναν την επιτυχία του προγράμματός της;

Το χειρότερο είναι ότι και η Ευρωζώνη εξελίσσεται με γοργά βήματα σε «ειδική περίπτωση». Ενώ η παγκόσμια οικονομία ανακάμπτει σταδιακά, με προεξάρχουσες τις ΗΠΑ και τη Βρετανία, η Ευρωζώνη παρουσιάζεται περίπου ως το μαύρο πρόβατο από τον ΟΟΣΑ και το ΔΝΤ. Τα επόμενα δύο χρόνια θα είναι ζοφερά, καθώς προβλέπεται ότι θα παλεύει με την οικονομική στασιμότητα και τον αποπληθωρισμό. Σε μια επίσης ιδιοσυγκρασιακή θεώρηση της λειτουργίας της Ενωσης, οι πολιτικές ελίτ εμμένουν σε μια λογική δημοσιονομικής πειθαρχίας über alles, η οποία δεν αποδίδει: το χρέος ανεβαίνει συνολικά, το ίδιο και η ανεργία. Η θεωρητική ακαμψία των κανόνων βρίσκεται σε τροχιά σύγκρουσης με τις πραγματικές οικονομίες, ενώ μένει να δούμε αν η «ευελιξία» στον χρόνο και τρόπο τήρησης των στόχων θα ισχύει μόνο για τις «μεγάλες» χώρες. Πρόκειται για σύνθετο πρόβλημα. Εάν μεν ακολουθήσουν οι «μικρές» χώρες, τίθεται θέμα επιστροφής στο καθεστώς γενικευμένης μη συμμόρφωσης που ακύρωσε το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Εάν δεν τους επιτραπεί η ίδια ευελιξία, τότε τι, μερικά κράτη-μέλη θα είναι πιο ίσα από τα άλλα; Το χειρότερο και ενδεικτικό του πόσο λάθος παραμένει η διάγνωση του προβλήματος είναι ότι η «πραγματική σύγκλιση» έχει τεθεί ουσιαστικά εκτός ατζέντας. Πού είναι οι υπεύθυνοι αρχηγοί για να δείξουν τον δρόμο του επιμερισμού των βαρών και της ανάληψης των αντίστοιχων ευθυνών σε μια Ενωση άνισων -αυτό το γνώριζαν καλά όλοι- οικονομιών; Ποιος από εμάς, που βιώνουμε τη ζωή μας σε μια χώρα-«ειδική περίπτωση», θέλει να ανήκει σε μια Ενωση όπου θα βρίσκεται σταθερά στους χαμένους, σ’ αυτούς που θα τρέχουν για να φτάσουν τους άλλους και, ελλείψει μηχανισμών σύγκλισης, δεν θα τους φτάνουν ποτέ;

* H δρ Ελένη Παναγιωταρέα είναι Research Fellow του ΕΛΙΑΜΕΠ και Onassis Scholar.