ΑΠΟΨΕΙΣ

Στρατηγική ευκαιρία της Δύσης στην Αν. Μεσόγειο

Σ​​ειρά πρόσφατων ανακαλύψεων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στην Ανατολική Μεσόγειο έδειξε για μία ακόμη φορά ότι η παγκόσμια παραγωγή ενέργειας μπορεί να καθορίζεται σε ολοένα και μεγαλύτερο βαθμό από δημοκρατικές χώρες, φιλικές προς τη διεθνή τάξη πραγμάτων και ιδιαίτερα προς τις φιλελεύθερες Δημοκρατίες.

Στο εγγύς μέλλον, η ανάπτυξη των στρατηγικών αποθεμάτων της Αν. Μεσογείου θα χαρίσει ενεργειακή αυτάρκεια στο Ισραήλ και ανακούφιση από τους υφιστάμενους, σκληρούς οικονομικούς περιορισμούς στην Κύπρο, μια χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Eνωσης. Είναι επίσης δυνατό να ενισχύσει την περιφερειακή σταθερότητα και ασφάλεια, μέρος της οποίας είναι και η ασφάλεια μιας ολοένα και περισσότερο ευάλωτης Τουρκίας, η πολιτική και στρατηγική θέση της οποίας ως μέλους της Ατλαντικής Συμμαχίας έχει τεθεί υπό αμφισβήτηση.

Πέραν τούτων, η δημιουργία και επέκταση ενός ασφαλούς τομέα παραγωγής ενέργειας στον οποίο θα περιληφθεί και η Ελλάδα, θα δώσει τη δυνατότητα στην Ευρώπη να προμηθεύεται ενέργεια απευθείας από την Αν. Μεσόγειο, καθιστώντας την λιγότερο ευάλωτη στις πιέσεις της Ρωσίας.

Η αξιοποίηση των οικονομικών και γεωστρατηγικών πλεονεκτημάτων της Αν. Μεσογείου προϋποθέτει έναν παράγοντα που δεν υπάρχει σήμερα: πολιτική σταθερότητα και ασφάλεια. Η περιοχή στο σύνολό της έχει εισέλθει σε παρατεταμένη περίοδο συγκρούσεων και αστάθειας. Η παλιά τάξη πραγμάτων κατέρρευσε λόγω των επιπτώσεων από τη λεγόμενη Αραβική Aνοιξη και της επιδείνωσης των σχέσεων μεταξύ των δύο σημαντικότερων συμμάχων των ΗΠΑ στην περιοχή, της Τουρκίας και του Ισραήλ.

Στη θέση της παλιάς τάξης πραγμάτων ήρθε η ανθρωπιστική καταστροφή και ο εμφύλιος πόλεμος στη Συρία, αλλά και η κλιμακούμενη γεωπολιτική αντιπαράθεση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και των ενισχυμένων αναθεωρητικών δυνάμεων στην περιοχή, της Ρωσίας και του Ιράν.

Παράλληλα, διαχέεται σε ευρύτερη κλίμακα η αποσταθεροποιητική δράση των τζιχαντιστών, με το «Ισλαμικό Κράτος» που οραματίζεται ένα νέο χαλιφάτο να ελέγχει μεγάλες εδαφικές εκτάσεις στη Συρία και το Ιράκ. Τέλος, βρίσκεται σε εξέλιξη μια κούρσα ναυτικών εξοπλισμών στην Αν. Μεσόγειο, η οποία περιπλέκει την αξιοποίηση του ενεργειακού δυναμικού της.

Αντιμέτωπη με όλους αυτούς τους κινδύνους, η Δύση έχει μια στρατηγική ευκαιρία στην Ανατολική Μεσόγειο. Ιδιαίτερα οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν τη δυνατότητα να συνεργασθούν με κάθε έναν από τους περιφερειακούς τους συμμάχους, ώστε να διευκολύνουν τη δημιουργία μιας ασφαλούς ενεργειακής αγοράς στην περιοχή, η οποία θα μπορεί να προσελκύει μεγάλους επενδυτές. Κάτι τέτοιο θα δράσει καταλυτικά για τη δημιουργία ενός συνασπισμού δημοκρατικών κρατών σε μια περιοχή που μαστίζεται από πολέμους και αστάθεια. Η δραστηριοποίηση των ΗΠΑ σ’ αυτή την κατεύθυνση θα βοηθήσει στην αποκατάσταση της αμερικανικής επιρροής, η οποία υποχώρησε στην Αν. Μεσόγειο τα τελευταία χρόνια.

Ο Eλληνας πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς δήλωσε στον Αμερικανό πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα ότι τα μη εξακριβωμένα αποθέματα της χώρας του σε υδρογονάνθρακες μπορεί να αποδειχθούν πολύ μεγαλύτερα από τους μέχρι τώρα υπολογισμούς και ότι, σε συνδυασμό με εκείνα του Ισραήλ και της Κύπρου, οι τρεις Δημοκρατίες μπορεί να εξασφαλίσουν το ήμισυ των ενεργειακών αναγκών της Ευρώπης επί τρεις δεκαετίες.
Η ανακάλυψη των κοιτασμάτων οδήγησε σε νέες συμμαχίες, ιδιαίτερα ανάμεσα στο Ισραήλ, την Κύπρο και την Ελλάδα. Παράλληλα, όμως, ενίσχυσε τις εδαφικές διαμάχες που μαστίζουν την περιοχή επί δεκαετίες, όπως εκείνες μεταξύ του Ισραήλ και των Αράβων γειτόνων του ή εκείνες μεταξύ της Τουρκίας, της Ελλάδας και μιας διαιρεμένης Κύπρου. Τίθεται επομένως το ερώτημα αν η ανακάλυψη υδρογονανθράκων επιφέρει γεωπολιτικές αλλαγές επί τα βελτίω ή επί τα χείρω.

Σε κάθε περίπτωση, η Ανατολική Μεσόγειος φιλοξενεί τα μεγαλύτερα «Δυτικά» κοιτάσματα ενεργειακών πηγών στην ευρύτερη Μέση Ανατολή – κοιτάσματα που δεν ελέγχονται ούτε από τη Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν, ούτε από την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, ούτε από κάποιο κράτος του Κόλπου. Το γεγονός αυτό αντιπροσωπεύει μια μεγάλη στρατηγική ευκαιρία για τη Δύση.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να ασκήσουν την επιρροή τους για την αποκατάσταση των σχέσεων μεταξύ του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπέντζαμιν Νετανιάχου και του Τούρκου προέδρου Ταγίπ Ερντογάν, όπως και να διευκολύνουν την ενσωμάτωση της Τουρκίας στην ενεργειακή αγορά της Ανατολικής Μεσογείου. Παράλληλα, οφείλουν να ανασυγκροτήσουν τη ναυτική τους παρουσία στην περιοχή, ενισχύοντας τον -συρρικνωμένο στο όριο της διάλυσης- Εκτο Στόλο, κάτι που είναι αναγκαίο για την ασφάλεια της ενεργειακής ζώνης. Η ενίσχυση της ναυτικής βάσης στη Σούδα της Κρήτης με σκάφη που απαιτούνται για τον σκοπό αυτό ή και η φιλοξενία παρόμοιων σκαφών στην Κύπρο θα βοηθήσει προς αυτή την κατεύθυνση.

Θεωρούμε αναγκαίο να αρθεί το αμερικανικό εμπάργκο όπλων που επιβλήθηκε στην Κύπρο μετά τη στρατιωτική σύγκρουση του 1974 και να γίνει δεκτή η Κύπρος στον «Συνεταιρισμό για την Ειρήνη» – προθάλαμο για την πλήρη ένταξή της στο ΝΑΤΟ. Τέλος, η Γαλλία και η Ιταλία θα πρέπει να ενσωματωθούν καλύτερα στην περιφερειακή στρατηγική ασφαλείας. Οι μεγάλες γαλλικές και ιταλικές εταιρείες στον τομέα της ενέργειας, όπως η Total και η Eni, θα πραγματοποιήσουν έρευνες για υποθαλάσσια κοιτάσματα υδρογονανθράκων, κοντά σε αυτά που ήδη έχουν ανακαλυφθεί. Αν προκύψουν ενθαρρυντικά αποτελέσματα, οι δύο χώρες θα έχουν κάθε λόγο να ενισχύσουν την ασφάλεια της περιοχής, σε συνεργασία με τις ναυτικές δυνάμεις των ΗΠΑ, της Ελλάδας, του Ισραήλ και -προσεχώς- της Κύπρου.

* Οι κ. Seth Cropsey και Eric Brown είναι ειδικοί του Ινστιτούτου Hudson.