ΑΠΟΨΕΙΣ

Ελληνορωσικές σχέσεις, μια σύνθετη υπόθεση

Η επίσκεψη του πρωθυπουργού, Αλέξη Τσίπρα, στη Μόσχα υπήρξε σημαντικό γεγονός για την εξέλιξη των ελληνορωσικών σχέσεων. Υστερα από μακρά περίοδο ακινησίας, ο διάλογος επανήλθε μαζί με τον σχεδιασμό μιας ενδιαφέρουσας διμερούς συνεργασίας, ο οποίος πρέπει τώρα να υλοποιηθεί πρακτικά. Οι ελληνορωσικές σχέσεις ήσαν πάντοτε υπόθεση πολύ περισσότερο σύνθετη απ’ όσο υπαινίσσεται η γλαφυρή αφήγηση για τις κοινές θρησκευτικές παραδόσεις, τα γεγονότα της ελληνικής ανεξαρτησίας και τον αντιναζιστικό ηρωισμό. Αυτή η μακρά διαδρομή διαμόρφωσε την ιστορική αυτοτέλεια της επικοινωνίας μεταξύ των δύο λαών. Ωστόσο, οι διακρατικές σχέσεις δεν ήσαν ποτέ αυτόνομες από το ευρωπαϊκό περιβάλλον, το οποίο έθετε πάντοτε όρους και όρια στην προαγωγή τους. Οσάκις αυτά παραβλέπονταν, ανεκπλήρωτες προσδοκίες βάρυναν τις διμερείς σχέσεις και επιπλοκές επέφεραν επιπτώσεις στη διεθνή θέση της χώρας. Αυτός ο γενικός κανόνας δεν έχει αλλάξει και καμιά ένδειξη δεν υπάρχει ότι οι υπεύθυνες κυβερνήσεις και η κοινή γνώμη των δύο χωρών πιστεύουν διαφορετικά.

Αλλά οι ελληνορωσικές συνομιλίες κορυφής στη Μόσχα επιβεβαίωσαν ότι οι όροι και τα όρια δεν είναι στατικά και αμετάκλητα. Η Ευρώπη, η οποία απειλείται και πάλι από ψυχροπολεμικού τύπου διαίρεση με επίκεντρο την ουκρανική κρίση και σχεδόν αδυνατεί να εγκαθιδρύσει την αναγκαία ισορροπία για την ενεργειακή της ασφάλεια, δεν είναι, άλλωστε, αυτή που μπορεί να εγγυηθεί την υπέρβαση των σημερινών οικονομικών της δυσχερειών, όπως και μια πειστική προοπτική ευημερίας για τους λαούς της. Στην ημερησία διάταξη δεν μπορεί συνεπώς να ευρίσκονται εσαεί οι κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας. Πρέπει να συζητηθούν και οι προϋποθέσεις για την άρση τους. Η Ευρώπη χρειάζεται να κατανοήσει ότι η πραγματική ολοκλήρωσή της δεν εδράζεται στην απομόνωση, αλλά στην ισότιμη ένταξη της Ρωσίας σε κοινό σύστημα ασφαλείας και ανάπτυξης. Οι ελληνορωσικές σχέσεις δεν θα αλλάξουν από μόνες τους την Ευρώπη. Μπορούν, όμως, να καταστούν γέφυρα για την επικοινωνία και τον διάλογό της με τη Ρωσία. Να εξελιχθούν σε καλό παράδειγμα διμερούς συνεργασίας σε όλους τους τομείς, το οποίο θα αναδεικνύει τη σημασία του αμοιβαίου οφέλους, συμβάλλοντας στη δημοκρατική ισορροπία των διεθνών σχέσεων. Ασφαλώς, υπάρχουν και άλλες τέτοιες γέφυρες. Ορισμένες φαίνονται, μάλιστα, μεγαλύτερες. Αλλά, σ’ αυτή την Ευρώπη, η οποία δεν έχει ανάγκη από τη διαπραγμάτευση επί των αρχών της, όσο επί της υλοποίησής τους, οι παραδόσεις των ελληνορωσικών δεσμών έχουν ισότιμη αξία και σταθερή έδρα. Φυσικά, μια χώρα σε διαρκή εξάρτηση από τον ξένο δανεισμό, αλλά κυρίως ανέτοιμη αν μη απρόθυμη να μεταρρυθμιστεί κατ’ αντιστοιχίαν προς τις ανάγκες της εποχής της, αντικειμενικά δεν μπορεί να έχει αξιοσημείωτο διεθνή ρόλο.

Η ενδυνάμωση των ελληνορωσικών σχέσεων έχει συνεπώς ως προϋπόθεση την ενδυνάμωση της χώρας μέσα από τη δημοκρατική μεταρρύθμιση του κράτους και της οικονομίας της. Οι καλές ελληνορωσικές σχέσεις συμβάλλουν στην αναβάθμιση της διεθνούς θέσης της Ελλάδας, αλλά την ίδια στιγμή μόνον η αναβαθμισμένη διεθνής θέση της Ελλάδας μπορεί να υποστηρίξει εμπράκτως τις καλές σχέσεις της με τη Ρωσία. Από την επίσκεψη του Κωνσταντίνου Καραμανλή στη Μόσχα (1979), οι δύο πλευρές γνωρίζουν καλά ότι οι σχέσεις τους δεν είναι μια ευκαιριακή πολιτική. Επιβάλλονται από την ιστορική διαδρομή, αλλά κυρίως από τη σύγχρονη θέση των δύο λαών στην κοινή ευρωπαϊκή μας μοίρα. Είναι μια σύνθετη όσο και ελπιδοφόρα υπόθεση.

* Ο κ. Θοδωρής Ψαλιδόπουλος είναι πρόεδρος του Ελληνορωσικού Συνδέσμου.