ΑΠΟΨΕΙΣ

Τα συμπεράσματα από τις εκλογές στη Βρετανία

Μέχρι και την τελευταία ημέρα των δημοσκοπήσεων, σχεδόν όλοι στη Βρετανία περίμεναν ότι η αναμέτρηση της 7ης Μαΐου θα ήταν μια εξαιρετικά αμφίρροπη εκλογική μάχη. Τελικά, οι Συντηρητικοί κέρδισαν με άνεση, εξασφαλίζοντας μια πλειοψηφία που, αν και σχετικά μικρή, τους επιτρέπει να κυβερνήσουν μόνοι τους. Πολλές φορές τα αποτελέσματα, και κυρίως η συμπεριφορά των πολιτικών και του εκλογικού σώματος σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, μας οδηγούν σε παραλληλισμούς με όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα. Ελλοχεύει, όμως, ο κίνδυνος να καταλήξουμε σε βιαστικά συμπεράσματα προκειμένου να επιβεβαιώσουμε εδραιωμένες αντιλήψεις για το δικό μας σύστημα και την πολιτική μας κουλτούρα. Δύο τέτοια συμπεράσματα κυριάρχησαν στη χώρα μας μετά τις εκλογές στο Ηνωμένο Βασίλειο.

«Οι πολιτικοί αρχηγοί στην Αγγλία παραιτούνται, στην Ελλάδα όχι».

Την επομένη των βρετανικών εκλογών, μέσα λίγες ώρες παραιτήθηκαν από την αρχηγία των κομμάτων τους ο Nigel Farage του UKIP, ο Nick Clegg των Φιλελεύθερων-Δημοκρατών και ο Ed Miliband των Εργατικών. Στα ελληνικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης ήταν αρκετά δημοφιλές το επιχείρημα που αντιπαραθέτει την υψηλή ευαισθησία των Βορειοευρωπαίων πολιτικών με τα χαμηλά αντανακλαστικά των Ελλήνων συναδέλφων τους. Καταρχάς, οι τρεις Βρετανοί αρχηγοί παραιτήθηκαν για διαφορετικούς λόγους. Ο μεν Farage γιατί είχε δηλώσει εκ των προτέρων ότι, αν αποτύχει για έκτη συνεχή φορά να κερδίσει την έδρα της εκλογικής του περιφέρειας, θα αποσυρθεί από την ηγεσία (μάλιστα επέστρεψε τελικά, αφού το κόμμα δεν έκανε δεκτή την παραίτησή του). Οι δε Clegg και Miliband έφυγαν γιατί τα κόμματά τους έχουν υποστεί ήττες με απρόβλεπτα μεγάλες, ιστορικές διαστάσεις. Ο Miliband, για παράδειγμα, έφτασε στις κάλπες από τη θέση της αντιπολίτευσης και έχοντας απέναντί του ένα κόμμα που εφάρμοζε επί πέντε χρόνια πολιτική λιτότητας. Αντιθέτως, οι Συντηρητικοί κέρδισαν με άνετες πλειοψηφίες έδρες που θα είναι κρίσιμες και για το 2020. Σήμερα τα στελέχη των Labour δηλώνουν ότι η ζημιά είναι δύσκολο ακόμη και να εκτιμηθεί, ενώ πολλοί υποστηρίζουν ότι το κόμμα θα χρειαστεί δέκα χρόνια για να συνέλθει από την ήττα. Δεν είναι, λοιπόν, το ίδιο –για παράδειγμα– με τον Αντώνη Σαμαρά. Είναι τα χαρακτηριστικά της ήττας, οι προσδοκίες πριν από αυτή και οι συνέπειές της στο μέλλον ενός κόμματος, και όχι απλώς το πολιτικό αισθητήριο ενός ηγέτη, που καθορίζουν το αν θα πρέπει να φύγει ύστερα από ένα κακό αποτέλεσμα. Ιστορικά, και στις δύο χώρες ηγέτες που έχασαν εκλογές παρέμειναν τελικά στη θέση τους. Ο Παπανδρέου, για παράδειγμα, στο ΠΑΣΟΚ το 2004 και 2007, ο Neil Kinnock στους Εργατικούς τη δεκαετία του ’80.

«Το εκλογικό σώμα αποδοκίμασε τα αντισυστημικά κόμματα και τους λαϊκιστές. Εμείς τους βγάλαμε κυβέρνηση».

Εν μέρει σωστό. Πράγματι οι Βρετανοί όχι μόνο εξέλεξαν ξανά τους Συντηρητικούς, αλλά κράτησαν σε σχετικά υψηλά ποσοστά και τους Εργατικούς. Προφανώς ο δικομματισμός έχει ιστορικά υποχωρήσει, αλλά εξακολουθεί να κυριαρχεί.

Αυτή, όμως, είναι η μία πλευρά της ιστορίας. Η παραδοσιακά τρίτη δύναμη της χώρας, οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες (Lib Dems), ένα μετριοπαθές κόμμα με αριστερό προσανατολισμό το οποίο επιχείρησε να εμφανιστεί ως το κατεξοχήν κόμμα του κέντρου, συνετρίβη. Από τις 56 έδρες κράτησε μόνο τις 8. Το σπουδαιότερο, οι Lib Dems έδωσαν τη θέση τους σε δύο αντισυστημικά κόμματα: Σε επίπεδο ψήφων στον Farage και σε επίπεδο εδρών στο Εθνικό Κόμμα της Σκωτίας (SNP).

Το εκλογικό σύστημα στo Ηνωμένο Βασίλειο είναι πλειοψηφικό και λειτουργεί με βάση την αρχή του «first past the post», η οποία φέτος κλείνει 130 χρόνια ζωής. Οι περιφέρειες είναι όλες μονοεδρικές και η έδρα καταλαμβάνεται από τον πρώτο σε ψήφους υποψήφιο βουλευτή. Αυτό σημαίνει ότι για να εκπροσωπηθεί ένα κόμμα στο κοινοβούλιο θα πρέπει, ανεξαρτήτως του συνολικού του ποσοστού, να υπερισχύσει σε μία τουλάχιστον από τις 650 συνολικά εκλογικές περιφέρειες στις οποίες θα κατεβάσει υποψήφιο. Για τα μικρότερα κόμματα, αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο, αφού πρέπει να κερδίσουν τοπικά τους «μεγάλους»: Συντηρητικούς ή Εργατικούς. Ετσι το UKIP, παρόλο που ήταν δεύτερο σε 120 εκλογικές περιφέρειες, λαμβάνοντας σε εθνικό επίπεδο το 12,5% των ψήφων, κέρδισε τελικά μόνο μία έδρα. Σήμερα, οι περίπου 4 εκατ. ψηφοφόροι του εκπροσωπούνται από έναν βουλευτή! Αντιθέτως, το SNP, με περίπου 1,5 εκατ. ψηφοφόρους και ποσοστό 4,8%, κέρδισε τις 56 από τις 59 έδρες στην επικράτεια της Σκωτίας, χωρίς καν να κατεβάσει υποψήφιους στο υπόλοιπο Ηνωμένο Βασίλειο.

Αν αντιμετωπίσουμε τη Σκωτία ως ξεχωριστό έθνος, τότε θα δούμε μία χώρα 5,5 εκατομμυρίων να ψηφίζει μαζικά ένα αριστερό κόμμα με λαϊκιστικά χαρακτηριστικά. Δεν είναι, λοιπόν, τόσο απλό να υποστηρίξουμε ότι στη Βρετανία τα αντιστυστημικά κόμματα, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ ή οι ΑΝΕΛ, μειοψήφησαν ή αποδοκιμάστηκαν. Αντιθέτως, οι επιδόσεις τους δημιουργούν ιστορικής σημασίας ζητήματα, όπως η νομιμοποίηση της νέας κυβέρνησης στη Σκωτία και η αμφισβήτηση στην πράξη ενός παραδοσιακού εκλογικού συστήματος.

* Ο  κ. Τζάλλας είναι δημοσιογράφος και πολιτικός επιστήμονας. Εργάζεται στη Hansard Society.