ΑΠΟΨΕΙΣ

Οχι άλλο «μοντέλο ανάπτυξης»

Κάθε νέο συνέδριο που λαμβάνει χώρα για το «νέο μοντέλο ανάπτυξης» που χρειάζεται η Ελλάδα, κάθε νέα μελέτη που δημοσιεύεται για την «επανεκκίνηση της οικονομίας» προκαλεί θλίψη αν όχι απελπισία, εκ νέου. Παρά τις καλές προθέσεις και την εγνωσμένη ανάγκη ανασύνταξης, κανείς δεν μοιάζει να ξεκινά με τη βασική ερώτηση: ποιος πρόκειται να υλοποιήσει το «μοντέλο» αυτό; Υπάρχουν στη χώρα οι πολιτικές δυνάμεις που θα δεσμευτούν σε ένα μακρόπνοο σχέδιο ανάπτυξης, που θα διαρρήξουν τον κρατικό ιστό και παρασιτισμό των νέων και παλιών «ημετέρων», χωρίς να υπολογίσουν το βραχυπρόθεσμο πολιτικό κόστος; Η ερώτηση είναι μάλλον τετριμμένη και σίγουρα ρητορική.

Αφετηρία για μια σοβαρή συζήτηση θα πρέπει να αποτελεί το έλλειμμα ιδιοκτησίας ή ownership. Πρόκειται για έλλειμμα που διέγνωσαν πρώτοι οι θεσμοί. Αξίζει να θυμηθούμε ότι κάθε αξιολόγηση, ιδίως του δεύτερου προγράμματος διάσωσης, περιλάμβανε και μία αναφορά για την αναγκαιότητα της ιδιοκτησίας της μεταρρυθμιστικής ατζέντας από «τις Αρχές» ή για έλλειψη προόδου σε αυτό ή εκείνο το ορόσημο «ελλείψει ιδιοκτησίας». Για όλα φταίει ο κακός σχεδιασμός του προγράμματος, θα έλεγε ο πρόχειρος παρατηρητής. Αν είχαμε το δικό μας σχέδιο, όλα θα ήταν διαφορετικά. Δυστυχώς, το επιχείρημα αυτό δεν ευσταθεί. Ακόμη και σήμερα, ύστερα από έξι χρόνια βαθύτατης κρίσης, οικονομικής και κοινωνικής, δεν υπάρχει ούτε εθνικό σχέδιο και σίγουρα ούτε εθνική συναίνεση για την άρση των παθογενειών της ελληνικής οικονομίας.

Το έλλειμμα λοιπόν έχει βαθύτερες ρίζες από αυτές που νομίζουμε, κινδυνεύει δε να υποσκάψει κάθε «μοντέλο ανάπτυξης», σημερινό ή αυριανό. Εχουμε εθιστεί, διαχρονικά, στη μετάθεση των ευθυνών στους «έξω» και στους «έξω από εμάς». Χθες έφταιγε το Μνημόνιο και η τρόικα, σήμερα όλη η Ευρωζώνη που δεν μπορεί να ακολουθήσει τη δική μας λογική. Θέλουμε να παραμείνουμε στο ευρώ αλλά να αποτινάξουμε τον ζυγό της αναγκαίας προσαρμογής και της τήρησης των κανόνων που προϋποθέτουν τη βιώσιμη παραμονή μας. Διεκδικούμε τη χρηματοδότηση για την αποπληρωμή των υποχρεώσεων και την αποκατάσταση της ρευστότητας, την περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους και χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα, όλα χωρίς όρους. Τι έχουμε να προτείνουμε όταν έχουμε εξαντλήσει και τον τελευταίο αποδιοπομπαίο τράγο; Στους τέσσερις μήνες σκληρής διαπραγμάτευσης, η λέξη «ανταγωνιστικότητα» δεν ακούστηκε μία φορά από επίσημα χείλη, ούτε βέβαια οι λέξεις «παραγωγή», «επενδύσεις» και «εξαγωγές». Σε μια οικονομία ωστόσο που έχει απολέσει το 25% του ΑΕΠ της από την αρχή της κρίσης, η έλλειψη πρότασης -πόσο μάλλον μοντέλου- οδηγεί νομοτελειακά και σε απουσία προοπτικής για ουσιαστική ανάκαμψη και δημιουργία θέσεων εργασίας. Ηδη το πρώτο τρίμηνο του 2015 η οικονομία επέστρεψε σε ύφεση, ενώ όλες οι προβλέψεις των διεθνών οργανισμών αναθεωρούν τα νούμερα για την οικονομική δραστηριότητα προς τα κάτω.

Μήπως τελικά το όποιο «νέο» μοντέλο μάς αφορά στον βαθμό που «οι μισθοί και οι συντάξεις» είναι εγγυημένα, στον βαθμό που η πραγματική οικονομία αποτελεί το «αναγκαίο κακό» για να συντηρείται ο λαϊκισμός των επιδομάτων και πρόωρων συνταξιοδοτήσεων, να προστατεύονται οι συντεχνίες και τα οργανωμένα συμφέροντα, να αποθεώνεται τελικά η ιδεολογικοποίηση της αδράνειας; Το σίγουρο είναι ότι η απόκλιση αγοράς/επιχειρήσεων – κυβέρνησης οδηγεί ή μάλλον παγιώνει μια οικονομία αντικινήτρων. Οι επιχειρήσεις αδυνατούν να αντεπεξέλθουν σε δυσβάστακτους φόρους και εισφορές, ενώ η έλλειψη ρευστότητας και εμπιστοσύνης, το κόστος της ενέργειας και το ειδικό βάρος της γραφειοκρατίας συνθέτουν ένα εκρηκτικό πλαίσιο: το μεν (μη παρασιτικό) επιχειρείν αποτελεί περίπου ηρωική δραστηριότητα, η δε προσέλκυση επενδύσεων και ανάσχεση της ανεργίας ευσεβή πόθο. Εν τω μεταξύ αυξάνονται οι φωνές στην Ευρώπη που προειδοποιούν ότι η Ευρωζώνη θα παραμείνει μεσοπρόθεσμα σε χαμηλά επίπεδα ανάπτυξης λόγω της υψηλής ανεργίας και των λιγοστών επενδύσεων. Εμείς πάλι βάφουμε «κόκκινες γραμμές» πάνω σε κάθε δομική μεταρρύθμιση που θα επέτρεπε σε εθνικούς και ευρωπαϊκούς πόρους να ενισχύσουν την παραγωγική ικανότητα της χώρας και να παραγάγουν προϊόντα και υπηρεσίες υψηλής ποιότητας, με μεγαλύτερη έμφαση στην καινοτομία. Ετσι, η οικονομία θα συνεχίσει να «προσαρμόζεται» μέσω της ολοένα υψηλότερης ανεργίας. Πόσο όμως υψηλότερη αντέχει; Η ανεργία παραμένει «κολλημένη» στο 25,6% (στοιχεία ΕΛΣΤΑΤ Μαρτίου) ενώ το ανθρώπινο κεφάλαιο συνεχώς παραγκωνίζεται και απαξιώνεται. Αυτή είναι η πραγματική κοινωνική αδικία, για την οποία επικρατεί μια ιδιότυπη διακομματική σιωπή. Ακόμη χειρότερα, ελλείψει μοντέλου ανάπτυξης, ελλείψει ιδιοκτησίας, πολλαπλασιάζονται τα βάρη που άδικα επωμίζονται οι νέες γενιές που έρχονται. Και εδώ όμως επικρατεί σιωπή.

* Η δρ Ελένη Παναγιωταρέα είναι συγγραφέας του «Greece in the Euro» και Research Fellow του ΕΛΙΑΜΕΠ.