Oταν ο λαϊκισμός αποτυγχάνει

Oταν ο λαϊκισμός αποτυγχάνει

4' 4" χρόνος ανάγνωσης

Π​​ριν από μερικά χρόνια, στο ξεκίνημα της κρίσης, είχα γράψει στην «Καθημερινή» ότι η Ελλάδα ίσως έπρεπε να βιώσει μια «καταστροφή» πριν πραγματικά προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις και μπει σε έναν καλύτερο οικονομικό δρόμο. Ηλπιζα ότι ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα μπορούσε να αποφευχθεί με την ανάδυση ενός ευρέος συνασπισμού ικανού να πάρει τα απαραίτητα μέτρα. Σε όλες τις περιπτώσεις, πάρα πολλές μεταρρυθμίσεις ανατράπηκαν, δεν εφαρμόστηκαν ή η λογική τους απορρίφθηκε. Την τελευταία εβδομάδα, είδαμε την Ελλάδα και τους πιστωτές της να βρίσκονται αντιμέτωποι με την καταστροφή. Το έδαφος σείστηκε. Ούτε η κυβέρνηση ούτε οι Ευρωπαίοι ομόλογοί της ήταν έτοιμοι για την πρόκληση. Δεν υπήρχαν ήρωες ή κακοί, μείναμε να επικρίνουμε το χάος, το οποίο οι δύο πλευρές δημιούργησαν, και κρατούσαμε την αναπνοή μας. Και ακόμα την κρατάμε…

Η Ελλάδα διακινδύνευσε και διακινδυνεύει την καταστροφή επειδή παρασύρθηκε. Τον περασμένο Ιανουάριο, οι Ελληνες μπορούσαν να ψηφίσουν για τον τερματισμό της λιτότητας μένοντας στην Ευρωζώνη. Ο λαϊκισμός και ο εθνικισμός τέθηκαν σε τέλεια αρμονία: ο λαός είχε υποφέρει πάρα πολύ, οι Ελληνες ηγέτες είχαν υπάρξει πολύ αδύναμοι και δειλοί, και ήταν η ώρα η Ελλάδα να ορθώσει το ανάστημά της. Λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές, μια δημοσκόπηση της GPO ρωτούσε τους ψηφοφόρους τι θα συνέβαινε αν η νέα ελληνική κυβέρνηση ερχόταν σε σύγκρουση με τους πιστωτές της. Το 53% των Ελλήνων πίστευε ότι οι πιστωτές θα υποχωρήσουν. Στις προεκλογικές συνεντεύξεις στην τηλεόραση, οι Ελληνες είχαν τη διαβεβαίωση από τους νέους ηγέτες που ήταν ισχυροί, με αυτοπεποίθηση και φρέσκοι: «Πιστέψτε με, θα υποχωρήσουν».

Η χώρα επιδόθηκε επίσης σε ένα νέο πολιτικό θέατρο. Ενας γνώστης των media και ακαδημαϊκός οικονομολόγος, ο Γιάνης Βαρουφάκης, εμφανίστηκε στην παγκόσμια σκηνή ως ένα μοναδικό φαινόμενο: ένας διάσημος θεωρητικός των παιγνίων. Οι διαπραγματεύσεις της χώρας έγιναν εξαρτώμενες από την τακτική του. Διαδοχικοί Ευρωπαίοι ηγέτες βρήκαν τον τρόπο του προσβλητικό και οι ιδιωτικές συνομιλίες τους μερικές φορές μεταφέρθηκαν εσφαλμένα. Οι ιστορικοί μπορεί να καταγράψουν ότι το πιο αξιοσημείωτο αποτέλεσμα της νέας διαπραγματευτικής προσέγγισης ήταν ότι η Ελλάδα ένωσε όλους τους Ευρωπαίους εταίρους της.

Παρά τις πολιτικές και εθνικές διαφορές που μπορεί να έχουν λειτουργήσει υπέρ της –οι περιπτώσεις της Γαλλίας και της Ιταλίας ξεχωρίζουν–, η νέα κυβέρνηση στην Αθήνα δεν κατάφερε να οικοδομήσει συμμαχίες και να δημιουργήσει συμμάχους. Οπως o Ιταλός πρωθυπουργός, Ματέο Ρέντσι, τόνισε, η Ελλάδα δεν έχασε μόνο συμμάχους αλλά προκάλεσε και λοιδορία, ακόμη και από τις φτωχότερες χώρες της Ε.Ε., και μερικοί, στα μεγαλύτερα κράτη της Ε.Ε., φαίνεται να προτιμούν το Grexit. Η απάντηση στις ελληνικές προτάσεις την περασμένη Τρίτη, ενώ ήταν κακόβουλη, έδειξε επίσης την απογοήτευση με την τακτική της κυβέρνησης.

H συγκαταβατική παρατήρηση της Κριστίν Λαγκάρντ, ότι περίμενε «ενηλίκους» να έρθουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, φανέρωσε μια βαθύτερη αλήθεια. Η Αθήνα προσέφερε ανούσιες αξιώσεις που δεν διέθεταν τεχνική υποστήριξη και απέτυχε να πείσει. Φάνηκε να μην υπάρχει πραγματικά κανένα «Σχέδιο Β», καμία περαιτέρω σκέψη για το πώς να απαντήσει με εναλλακτικές προτάσεις. Ηταν λες και η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ σοκαρίστηκε που οι Ευρωπαίοι εταίροι της δεν θα ενέδιδαν, ακόμη και αφού είπαν ότι θα ενδώσουν.

To αποτέλεσμα φαίνεται να είναι κραυγαλέα αντίθετο από αυτό που υποσχέθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ προεκλογικά. Η λιτότητα δεν έχει τελειώσει και η Ελλάδα κρατιέται στην Ευρωζώνη με τις άκρες των δαχτύλων της.

Επιπλέον, μετά τις τελευταίες εξελίξεις είναι πολύ δύσκολο να δει κανείς πλέον συμφωνία που να είναι σημαντικά διαφορετική από ό,τι προσφέρθηκε σε προηγούμενες περιπτώσεις. Πραγματικά, αν λάβουμε υπ’ όψιν μας το «e-mail Χαρδούβελη» του προηγούμενου χρόνου, η συμφωνία φαίνεται ακόμα χειρότερη.

H τραγωδία είναι ότι τόσο η κυβέρνηση όσο και οι πιστωτές της βρίσκονται στη λάθος ατζέντα. Μια έξυπνη στάση από την υπόλοιπη Ευρώπη θα ήταν να μετατοπίσουν τις διαπραγματεύσεις σε ένα πρόγραμμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, που θα αυξήσει μακροπρόθεσμα την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Πολλά από αυτά τα μέτρα θα είναι ιδεολογικώς δύσκολο για την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ να τα δεχθεί. Οι πολιτικές επιπτώσεις τότε θα ενδυνάμωναν την κυρίαρχη τάση των μεταρρυθμιστών στην Ελλάδα και θα επηρέαζαν την κοινή γνώμη. Η προσφορά μιας λύσης μεταξύ είτε περαιτέρω ιδιωτικοποίησης, καλύτερης ρύθμισης της αγοράς και αποτελεσματικότερων θεσμών είτε περισσότερης λιτότητας και υψηλότερων φόρων θα βοηθούσε τουλάχιστον να μετατοπιστεί η δημόσια συζήτηση σε οικονομικό επίπεδο. Η Ευρώπη θα πρέπει να αμφισβητήσει το μοντέλο κρατικής οικονομίας της κυβέρνησης για να το δουν όλοι.Είναι η εναλλακτική ατζέντα με την οποία οι προηγούμενες κυβερνήσεις δυσκολεύτηκαν και την οποία η παρούσα κυβέρνηση αρνείται να δει. Πόσο σίγουροι θα είμαστε ότι αν τελικά οι εξελίξεις καταλήξουν στη συνέχιση της διαπραγμάτευσης και προσφερθεί στην Αθήνα ένα χαμηλότερο πρωτογενές πλεόνασμα αυτό θα ξοδευτεί με σύνεση και με τρόπο που θα οδηγήσει σε μακροπρόθεσμο όφελος; Αυτή η αμφιβολία είναι μέρος της αιτίας που η Ελλάδα βρίσκεται εκεί όπου βρίσκεται τώρα και για την οποία η ατζέντα πρέπει να αλλάξει. Οι πολιτικές επιπτώσεις της προηγούμενης εβδομάδας ίσως να είναι τεράστιες. Ο λόγος θα είναι η ευρωπαϊκή «μυωπία» και ο ελληνικός λαϊκισμός.

* O κ. Kevin Featherstone είναι καθηγητής Σύγχρονων Ελληνικών Σπουδών στο London School of Economics.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT