ΑΠΟΨΕΙΣ

Διαφορετικές οπτικές Γερμανίας – ΗΠΑ για το Grexit

Τα τελευταία πέντε χρόνια, οι σχέσεις μεταξύ των κρατών της Ευρωζώνης χαρακτηρίζονται όλο και περισσότερο από πικρία, καθώς συνεχίζονται οι διαφωνίες για τα αίτια της κρίσης και για τον τρόπο επίλυσής της.

Η κρίση, ωστόσο, προκαλεί την αύξηση των εντάσεων ανάμεσα στην Ευρώπη -και πιο συγκεκριμένα τη Γερμανία- και τις ΗΠΑ. Από την έναρξη της οικονομικής κρίσης, πολλοί Αμερικανοί, όπως ο πρώην υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Τίμοθι Γκάιτνερ, ή οι νομπελίστες οικονομολόγοι Πολ Κρούγκμαν και Τζόζεφ Στίγκλιτς, έχουν επικρίνει σφοδρά την υπό γερμανική ηγεσία απάντηση στο πρόβλημα. Την ίδια στιγμή, οι Γερμανοί αποκρούουν εδώ και αρκετό διάστημα την ορμητική κριτική. Τις τελευταίες εβδομάδες, όμως, η εχθρότητα μεταξύ Γερμανίας και ΗΠΑ μοιάζει να έχει προχωρήσει σε μεγαλύτερα επίπεδα. Από όσους ενδιαφερόμαστε για το μέλλον των διατλαντικών σχέσεων, αυτή η κατάσταση πρέπει να θεωρείται ανησυχητική.

Πολλοί Γερμανοί αντιμετωπίζουν την αμερικανική κριτική ως διόλου επιβοηθητική στην καλύτερη των περιπτώσεων και ως κυνική στη χειρότερη. Συχνά υπαινίσσονται ότι οι Αμερικανοί επικριτές της πολιτικής που εφαρμόζουν η Γερμανία και η Ευρωζώνη, οι οποίοι έχουν βρει τον εκφραστή τους στο πρόσωπο του Κρούγκμαν, απλώς δεν κατανοούν την Ευρώπη ή το ευρώ. Σε πρόσφατη συνέντευξή του στον εβδομαδιαίο Spiegel, για παράδειγμα, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε σχολίασε ότι αν και ο Κρούγκμαν κέρδισε το Νόμπελ Οικονομικών, δεν έχει «ιδέα για την αρχιτεκτονική και τα θεμέλια της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης». Αλλοι ισχυρίζονται ότι τα αμερικανικά επικριτικά σχόλια πηγάζουν από ένα είδος αντιγερμανικού ρατσισμού. Προσφάτως, η γερμανική εφημερίδα Süddeutsche Zeitung, σκιαγραφώντας με οξύ τρόπο το προφίλ του Κρούγκμαν, τον χαρακτήρισε μέρος της «αντιγερμανικής εκστρατείας μίσους».

Οι αψιμαχίες των Κρούγκμαν και Σόιμπλε μπορεί να υποδηλώνουν ότι πρόκειται για αντιδικία στο πλαίσιο του άξονα αριστερά-δεξιά. Αλλωστε, ο νομπελίστας οικονομολόγος έχει υπάρξει δριμύς στην κριτική του ενάντια στους δεξιούς οπαδούς της λιτότητας στις ΗΠΑ και διαφωνεί με τη συντηρητική κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, όπως διαφωνεί και με την κυβέρνηση της Μέρκελ. Αν και αυτό μπορεί να είναι καθησυχαστικό για τους προβληματισμένους υποστηρικτές των διατλαντικών δεσμών, το συγκεκριμένο συμπέρασμα μοιάζει υπερβολικά εύκολο. Είναι αλήθεια ότι η δημόσια συζήτηση για την κρίση αποτελεί τμήμα ενός διαλόγου ανάμεσα στον Κεϋνσιανισμό από τη μία πλευρά και τα νεοκλασικά, νεοφιλελεύθερα οικονομικά από την άλλη. Στην πραγματικότητα υπάρχει αξιοθαύμαστα ευρεία συναίνεση κατά του Κεϋνσιανισμού στη Γερμανία, στην οποία εμπεριέχονται τόσο η κεντροαριστερά όσο και η κεντροδεξιά. Αυτή η συναίνεση αποτελεί και τον λόγο που οι ξένοι επικριτές, ανάμεσα στους οποίους και οι Αμερικάνοι, τείνουν να προβαίνουν σε γενικεύσεις για τους «Γερμανούς».

Το δύσκολο ερώτημα αφορά την αναγνώριση των λόγων που Αμερικανοί και Γερμανοί έχουν τόσο διαφορετική οπτική για την ευρωπαϊκή κρίση. Ενώ αρκετοί Αμερικανοί θα έλεγαν ότι σκέφτονται με πιο στρατηγικούς όρους, δηλαδή με βάση τις πιθανές συνέπειες ενός «Grexit», ορισμένοι Γερμανοί θα απαντούσαν ότι απλά έχουν διαφορετικά οικονομικά συμφέροντα. Εξάλλου, τα συμφέροντα της Γερμανίας είναι αυτά μίας πιστώτριας χώρας, αλλά των ΗΠΑ και της Ελλάδας είναι συμφέροντα οφειλετών. Η συνθήκη αυτή μπορεί, παραδείγματος χάριν, να επηρεάσει τη στάση απέναντι στον πληθωρισμό, στον οποίο οι δανειστές τείνουν να αντιτίθενται και τον οποίο οι οφειλέτες έχουν την τάση να επιθυμούν. Εάν αυτό είναι το κλειδί για την ερμηνεία του ρήγματος, η κατάσταση είναι ακόμη πιο ανησυχητική. Πρόκειται για προβληματική γραμμή, η οποία χωρίζει τη Δύση στη μέση, με τον πυρήνα της Ευρωζώνης (τους δανειστές), συνοδευόμενο από την Κίνα, στο ένα μέρος και με τις ΗΠΑ, τη Βρετανία και την περιφέρεια της Ευρωζώνης στο άλλο (οφειλέτες).

Πάντως, ακόμη και αν οι Γερμανοί έχουν δίκιο ότι οι επικρίσεις των παρόντων ή των προηγούμενων μελών αμερικανικών κυβερνήσεων αντανακλούν τα οικονομικά συμφέροντα των ΗΠΑ ή των κρατών που χρωστούν γενικότερα, αυτό δεν εξηγεί γιατί οι Γερμανοί είναι τόσο απορριπτικοί απέναντι στα σχόλια ακαδημαϊκών όπως ο Κρούγκμαν ή ο Στίγκλιτς, ή γιατί κατακρίνουν την «απλουστευτική» ειδησεογραφική κάλυψη της ευρωπαϊκής οικονομικής κρίσης από εφημερίδες όπως οι The New York Times. Σε πρόσφατο κείμενό του ένας ρεπόρτερ της Frankfurter Allgemeine Zeitung περιέγραψε τους New York Times ως «το φερέφωνο της αμερικανικής κυβερνητικής εξωτερικής πολιτικής». Οι Γερμανοί χρειάζεται να ασχοληθούν με την ουσία των επικρίσεων που λαμβάνουν από τέτοιες ανεξάρτητες φωνές, αντί να τις απορρίπτουν απευθείας, χρησιμοποιώντας επιχειρήματα ad hominem και σενάρια συνωμοσίας κατά της χώρας τους. Ισως με αυτόν τον τρόπο οι Αμερικανοί και οι Γερμανοί θα κατορθώσουν να έχουν μία λογική συζήτηση για την ουσία των πραγμάτων.

*O κ. Hans Kundnani είναι επικεφαλής του German Marshall Fund των ΗΠΑ