ΑΠΟΨΕΙΣ

Η επόμενη μέρα: φανατισμός ή σκεπτικισμός;

Μετά την τρίτη προσφυγή στις κάλπες μέσα στο πρώτο οκτάμηνο του 2015, ελπίζουμε ότι θα κλείσει οριστικά μια ιστορική περίοδος (1974-2015) που έχει χαρακτηριστεί «μεταπολίτευση». Σε γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε ότι τα θετικά χαρακτηριστικά αυτής της περιόδου υπερισχύουν των αρνητικών: στα θετικά, εδραιώσαμε το πολιτικό σύστημα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, γεφυρώσαμε παραδοσιακούς διχασμούς του 20ού αιώνα, ενταχθήκαμε στην Ευρωπαϊκή Ενωση και την Ευρωζώνη και αντισταθήκαμε στις Σειρήνες νέων ή αναπαλαιωμένων ιδεολογιών. Στα αρνητικά, δυστυχώς, δεν καταφέραμε ακόμα να ξεπεράσουμε παραδοσιακές πολιτικές ασθένειες, όπως οι πελατειακές σχέσεις, η νοοτροπία της διαφθοράς, ο υδροκεφαλισμός του δημόσιου τομέα και ο πολωτικός δικομματισμός.

Αν -όπως δείχνουν οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις- κανένα κόμμα δεν καταφέρει να εξασφαλίσει την κοινοβουλευτική αυτοδυναμία στις εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου, θα εισέλθουμε αναγκαστικά σε μια παρατεταμένη περίοδο συμμαχικών κυβερνήσεων. Και το μεγάλο ερώτημα είναι ποιος στόχος, ποιο σύνθημα (ποια συγκολλητική ουσία) μπορούν να επιτρέψουν σε ένα πλειοψηφικό τμήμα των πολιτικών μας δυνάμεων να σχηματίσει μια βιώσιμη διακομματική κυβέρνηση. Μόνο επαγωγικά μπορεί να προσεγγίσει κανείς την απάντηση στο δύσκολο αυτό ερώτημα, καταγράφοντας τις σημερινές θέσεις των πολιτικών μας δυνάμεων σχετικά με το προφίλ της χώρας μας στα χρόνια και τις δεκαετίες που έρχονται. Η διαχωριστική γραμμή θα μπορούσε να τοποθετήσει από τη μια πλευρά φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις με το σύνθημα «η Ελλάδα ανήκει στη Δύση» και από την άλλη πλευρά τους υποστηρικτές του οράματος μιας ανεξάρτητης (αν όχι τριτοκοσμικής) Ελλάδας. Ακόμη πιο ωμά, το ερώτημα θα μπορούσε να διατυπωθεί αν η Ελλάδα θα πρέπει να παραμείνει στη Ζώνη του Ευρώ ή αν πρέπει να επιστρέψει στην παραδοσιακή δραχμή.

Με τα σημερινά δεδομένα, σχεδόν βέβαιος είναι ο σχηματισμός μιας κυβέρνησης που θα κρατήσει την Ελλάδα ως αναπόσπαστο τμήμα της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Ο κ. Αλέξης Τσίπρας, ύστερα από επτά μήνες εξοντωτικής διαπραγμάτευσης, αναγκάστηκε να περάσει στον χώρο των «φιλομνημονιακών» δυνάμεων, επικαλούμενος τη δύσκολη επιλογή του «αναγκαίου κακού» και υπογράφοντας το τριετές και αυστηρό «μνημόνιο 3». Κατά τα φαινόμενα, δεν θα μπορέσει να απεγκλωβιστεί από μια συμφωνία που ο ίδιος υπέγραψε για να αποφύγει η χώρα του -όπως δήλωσε- την «καταστροφή». Ομως, η αποχώρηση του κ. Παναγιώτη Λαφαζάνη και των βουλευτών της Αριστερής Πλατφόρμας (καθώς και άλλων δυσαρεστημένων βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ) έχει μειώσει τη δημοσκοπική απήχηση του κ. Τσίπρα και έχει μετατρέψει την αναμέτρηση της 20ής Σεπτεμβρίου σε ντέρμπι μεταξύ ενός αποδεκατισμένου ΣΥΡΙΖΑ και μιας ανερχόμενης Νέας Δημοκρατίας υπό τη φιλολαϊκή και πραγματιστική ηγεσία του κ. Ευάγγελου Μεϊμαράκη. Τα μικρότερα κόμματα του λεγόμενου ευρωπαϊκού τόξου (Ποτάμι και ΠΑΣΟΚ) θα στηρίξουν πιο εύκολα μια κυβέρνηση με κορμό τη Νέα Δημοκρατία και, υπό αυστηρές προϋποθέσεις (δηλαδή, την εφαρμογή του μνημονίου 3), θα συμμετάσχουν σε μια κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ και πρωθυπουργό τον κ. Τσίπρα ή τον κ. Γιάννη Δραγασάκη (σε περίπτωση που ο κ. Τσίπρας δεν αποδεχθεί την προεδρία μιας πολυκομματικής κυβέρνησης).

Κατά τη γνώμη και, προφανώς, την επιθυμία μου, οι δυνάμεις της επιστροφής στη δραχμή (Λαϊκή Ενότητα, Χρυσή Αυγή, ΚΚΕ, και -κατά ριπές- οι Ανεξάρτητοι Ελληνες του κ. Πάνου Καμμένου) δεν θα καταφέρουν να σχηματίσουν συμμαχική κυβέρνηση, με δεδομένη τη σχετικά χαμηλή τους δημοφιλία και, κυρίως, την τεράστια ιδεολογική απόσταση που τους χωρίζει. Κοινό χαρακτηριστικό των πρώτων τριών είναι η έντονη αμφισβήτησή τους απέναντι στο υπάρχον πολιτικό σύστημα, ο βαθιά καταγγελτικός τους λόγος, η συνωμοσιολογική θεώρηση της πολιτικής συμπεριφοράς και η απειλή της προσφυγής σε δικαστικές διαδικασίες για την πάταξη όλων των αμαρτιών του παρελθόντος. Βεβαίως, στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής το κίνητρο παραμένει ο εθνοπατριωτισμός νεοναζιστικού τύπου, στην περίπτωση του ΚΚΕ το άπιαστο όνειρο του υπαρκτού σοσιαλισμού, στην περίπτωση της ΛΑΕ μια αντιιμπεριαλιστική συμμαχία με ανερχόμενες οικονομικές δυνάμεις (Ρωσία, Κίνα, Βραζιλία κ.ά.) και στην περίπτωση των Ανεξαρτήτων Ελλήνων η παραμονή του κ. Καμμένου στην καρέκλα του υπουργού Εθνικής Αμυνας.

Η προεκλογική καμπάνια στην Ελλάδα τρέχει σε μια περίοδο κατά την οποία πολλές χώρες της ευρύτερης περιοχής μας σπαράσσονται από αιματηρούς εμφύλιους, εθνοτικούς και διακρατικούς πολέμους. Οι εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες και άλλοι μετανάστες που καταφεύγουν στα παράλιά μας (και στις υπόλοιπες χώρες της Νότιας Ευρώπης) συμβολίζουν την κραυγή αγωνίας αθώων ανθρώπων που πληρώνουν το τίμημα της φτώχειας, της αμάθειας, του σκοταδισμού των ηγεσιών τους και του φανατισμού που συστηματικά αυτές καλλιεργούν. Στις εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου οι Ελληνες ψηφοφόροι πρέπει να βρουν το θάρρος να ψηφίσουν «όχι» στα χιλιαστικά συνθήματα, «ναι» στην αρχή της αποδοχής της γνώμης «του άλλου» και οπωσδήποτε «κατά» των πολιτικών συνθημάτων που απομονώνουν τη χώρα μας από τον ευρωπαϊκό πολιτικό και πολιτισμικό της περίγυρο.

* Ο κ. Θεόδωρος Κουλουμπής είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.