ΑΠΟΨΕΙΣ

Η απαξίωση των Συμβουλίων των ελληνικών ΑΕΙ

Τ​​α λεγόμενα Συμβούλια Ιδρύματος (Σ.Ι.) των ΑΕΙ ιδρύθηκαν με τον Ν.4009/2011 –που σήμερα λέγεται ότι διαπνεόταν από απαρχαιωτικό πνεύμα, και αναπαρήγαγε ό,τι πιο αυταρχικό και αναποτελεσματικό (προγραμματικές δηλώσεις της κ. Σ. Αναγνωστοπούλου, 7/10/2015)–, άρχισαν να απαξιώνονται πριν ακόμα ο νόμος εκείνος εφαρμοστεί, πρώτα με τον Ν.4076/2012 και το «Σχέδιο Αθηνά» (Μάρτιος 2013), με τις συνεχείς παρεμβάσεις του υπουργείου Παιδείας που αποφασίζει ανέκαθεν αυθαιρέτως για τους αριθμούς των εισακτέων, την ίδρυση νέων τμημάτων εν αγνοία των ΑΕΙ, τον ασφυκτικό έλεγχο του προϋπολογισμού τους, κ.ο.κ. Ωσπου ο πρώτος υπουργός Παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ, καθηγ. Α. Μπαλτάς, ανακοίνωσε με τις προγραμματικές του δηλώσεις (8/2/2015) ότι θα καταργήσει τα Σ.Ι. και αργότερα διατύπωσε, σε μια οιονεί αποχαιρετιστήρια επιστολή προς αυτά (22/6/2015), τη μομφή ότι «ο τρόπος που θεσμοθετήθηκαν τα Σ.Ι. τα ανήγαγε σε εντολοδότες και συγχρόνως ελεγκτές του εαυτού τους, γεγονός που υπονομεύει κάθε ευνομούμενο οργανισμό. …Η λειτουργία των Σ.Ι. δεν μπορούσε παρά να δημιουργήσει αξεπέραστα προβλήματα…», κ.ο.κ.

Το Σ.Ι. του Πανεπιστημίου Κρήτης δεν παραιτήθηκε τότε, γιατί η λειτουργία της διοίκησης του Ιδρύματος προϋπέθετε την παρουσία του: για τη διαμόρφωση και τις συνεχείς αναθεωρήσεις του προϋπολογισμού, εγκρίσεις διεθνών συνεργασιών και μεταπτυχιακών προγραμμάτων, πρυτανικές εκλογές, κ.ά. Προτίμησε, λοιπόν, να περιμένει την κατάργησή του.

Ούτε όμως και το μεταβατικό «πολυνομοσχέδιο» Μπαλτά πρόλαβε να ψηφιστεί, είτε γιατί συνάντησε μεγάλες αντιδράσεις, είτε γιατί με το τρίτο Μνημόνιο, δηλαδή τον Ν.4336/2015, οι αρχές της χώρας δεσμεύονται να «διασφαλίσουν τον περαιτέρω εκσυγχρονισμό του τομέα της εκπαίδευσης σύμφωνα με τις βέλτιστες πρακτικές της Ε.Ε. (…) Οι αρχές, σε συνεργασία με τον ΟΟΣΑ και ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες, θα επικαιροποιήσουν, έως τον Απρίλιο του 2016, την αξιολόγηση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος που εκπόνησε ο ΟΟΣΑ το 2011. Η εν λόγω επανεξέταση (…) μεταξύ άλλων θα αξιολογήσει (…) τη λειτουργία και διακυβέρνηση των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης». Από όλους τους όρους της συμφωνίας αυτής το μόνο που αναφέρει ο νέος υπουργός, κ. Ν. Φίλης, είναι ότι την άνοιξη του 2016 θα έχει ολοκληρωθεί ο «εθνικός και κοινωνικός διάλογος» (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό). Οι εξαγγελίες, όμως, προς τη Βουλή της αρμόδιας για την ανώτατη εκπαίδευση αναπλ. υπουργού (esos.gr, 7/10/2015), αγνοούν τις παραπάνω δεσμεύσεις και μέσω μεγαλορρήμονος ασάφειας και υπαινιγμών ακατάληπτων για τους πολλούς –π.χ., «Υπάρχουν πεπραγμένα που ανακαλούν την πιο ριζοσπαστική παράδοση της ευρωπαϊκότητας στην πιο αντιστασιακή και δημοκρατική της εκδοχή. Αντίσταση στην άκριτη υποταγή σε στενόκαρδες ιδεοληψίες…»– καταλήγει στην απερίφραστη καταδίκη των Ν.4009/2011 και Ν.4076/2012.

Η γλώσσα της κ. Αναγνωστοπούλου είναι δυσνόητη γιατί είναι κομματικά ιδιωματική. Στην πραγματικότητα, αυτό για το οποίο επικρίνονται τα Σ.Ι. είναι ότι δεν έχουν «δημοκρατική νομιμοποίηση», δηλ. ότι δεν αναδείχθηκαν με τη συμμετοχή και των φοιτητών ως εκλεκτόρων. Ή, για να το πούμε σαφέστερα, επειδή τα Σ.Ι. είναι το μόνο όργανο διοικήσεως απαλλαγμένο από τον κομματισμό, που ήταν παλαιότερα ρυθμιστής των πρυτανικών και άλλων εκλογών· και ενδεχομένως θα ξαναγίνει, αν τελικά επικρατήσουν τα σχέδια των υπουργών του ΣΥΡΙΖΑ, παρά τις δεσμεύσεις του Ν.4336/2015.

Το βασικό πρόβλημα, ωστόσο, δεν είναι οι ιδεοληψίες –που στο κάτω κάτω δικαιούνται να έχουν οι αρμόδιοι για την παιδεία υπουργοί–, αλλά το γεγονός ότι ο κομματισμός και ο λαϊκισμός αποτελούν δύο χρόνιες, αλληλένδετες και, δυστυχώς, ανίατες ασθένειες της παιδείας μας. Ο λαϊκισμός ξεκίνησε από τη δεκαετία του 1960, φούντωσε στη συνέχεια και ενισχύθηκε από την υπόγεια κομματοκρατία των αριστερών κυρίως παρατάξεων, με τον ίδιο πάντα σκοπό: την άγρα ψήφων/ψηφοφόρων αλλά και την ανάδειξη κομματικών στελεχών. Ηταν ο λαϊκισμός που οδήγησε στη συνεχή διόγκωση του φοιτητικού πληθυσμού και στην εξάπλωση των ΑΕΙ και ΤΕΙ σε κάθε πόλη της επικράτειας. Ο κομματισμός πάλι είναι υπεύθυνος για τη συνδιοίκηση των ΑΕΙ από τους κομματικά οργανωμένους διδάσκοντες και διδασκομένους –με όση φαυλοκρατία αυτό συνεπάγεται–, και για το λεγόμενο ακαδημαϊκό άσυλο, δηλαδή την αποποινικοποίηση σωρείας εγκληματικών πράξεων που διαπράττονται στα ΑΕΙ τριάντα χρόνια τώρα. Το χειρότερο είναι ότι όλα αυτά εξιδανικεύονται μέσω κομματικών ιδιολέκτων και λογοτυπικής πολυσημίας. Τρανό παράδειγμα η έννοια του ασύλου. Ή των όρων δημοκρατικός χαρακτήρας, διάλογος, νομιμοποίηση, εκδοχή, παράμετρος· όλα τα παραδείγματα από τις εξαγγελίες της κ. Αναγνωστοπούλου, με πρώτη την ανακοίνωση της (δημοκρατικότατης, υποθέτω) ΠΝΠ, που καταργεί την «αντιδημοκρατική αρμοδιότητα των Σ.Ι. να προεπιλέγουν ή να αποκλείουν αυθαιρέτως υποψηφίους» πρυτάνεις.

* Ο κ. Γ. Μ. Σηφάκης είναι ομότιμος καθηγητής αρχ. ελλ. φιλολογίας στα πανεπιστήμια ΑΠΘ και NYU, και τ. πρόεδρος του Σ.Ι. του Πανεπιστημίου Κρήτης.