ΑΠΟΨΕΙΣ

Η εκδίκηση της Γεωπολιτικής

​​Επειτα από δύο παγκοσμίους πολέμους, η Ευρώπη αναζήτησε τη σταθερότητα. Στο όνομα της λήθης, τα γεωπολιτικά ζητήματα απωθήθηκαν. Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου αναβίωσε παλαιούς φόβους. Ομως, η αμερικανική υπερδύναμη έμοιαζε να διαθέτει τη βούληση και τα μέσα για την προέκταση της ψυχροπολεμικής σταθερότητας – και μάλιστα χωρίς αναστολή της ελευθερίας.

Ετσι, η Ευρώπη βίωσε επί εξήντα χρόνια μια ουτοπία, «το τέλος της Ιστορίας». Εφ’ όσον η βία είχε αποκλειστεί, η προσοχή στράφηκε στην Οικονομία, στις Διεθνείς Σχέσεις, στις Ευρωπαϊκές Σπουδές. Οι πρόσφατες εξελίξεις έδειξαν όμως πόσο σύντομα η ουτοπία μετασχηματίζεται σε δυστοπία. Η Ουκρανία επανεισήγαγε βιαίως τη Γεωπολιτική στην ευρωπαϊκή πολιτική. Η Ρωσία κινείται από δυνάμεις θεμελιωμένες στο συλλογικό υποσυνείδητο, στις ιστορικές και γεωγραφικές εμπειρίες, στα αισθήματα εθνικής υπεραναπλήρωσης μάλλον, παρά στην ικανοποίηση καταναλωτικών επιθυμιών.

Πριν ακόμη ολοκληρωθούν οι αναλύσεις για τον εξ Ανατολών κίνδυνο, το Μεσανατολικό επεφύλαξε νέα δυσάρεστη έκπληξη. Η απειλή του ISIS λαμβάνει μορφές οι οποίες ξεφεύγουν από το πλαίσιο της καθιερωμένης γεωστρατηγικής σκέψης. Ο κατ’ εξοχήν «υβριδικός» πόλεμος εναντίον της Δύσης κινητοποιεί δυνάμεις και δεξιότητες βαθιά ριζωμένες στη μουσουλμανική γεωπολιτική παράδοση, όπως η δικτυωτή πολυκεντρική οργάνωση και η κινητικότητα. Οι καταβολές του Ισλάμ στο γεωγραφικό περιβάλλον της ερήμου διευκολύνουν τους μαχητές του ISIS να αξιοποιούν τις δυνατότητες της παγκοσμιοποίησης· αντιθέτως, η δυτική χριστιανική παράδοση της εδαφικής σταθερότητας δημιουργεί προσκόμματα. Ο ορθόδοξος χριστιανικός κόσμος, ιδιαιτέρως ο μεσογειακός, τοποθετείται ανάμεσα στις δύο παραδόσεις.

Η εγκατάλειψη της γεωπολιτικής παιδείας, τόσο στο πεδίο της έρευνας όσο και της εκλαΐκευσης, πληρώνεται ακριβά. Μπροστά στην κατάρρευση των ψευδαισθήσεων, οι λαοί αντιδρούν σπασμωδικά και επιθετικά, όπως όταν αρνούνται να ανταποκριθούν δημιουργικά στις μεταναστευτικές προκλήσεις. Με τον τρόπο αυτό εντείνουν τους κινδύνους για αποσταθεροποίηση· συμβάλλουν, δηλαδή, στη μεταφορά της αστάθειας από τις ευρωπαϊκές περιφέρειες στο εσωτερικό της ηπείρου.

Σε αυτή τη νέα ευρωπαϊκή «περιπέτεια», δηλαδή την αναστροφή των ιστορικών τάσεων, η Ελλάδα κατέχει μια ιδιαίτερη θέση. Η μακρά περίοδος σταθερότητας και ευημερίας, μοναδική στην ιστορία του ελληνικού έθνους, δημιούργησε ψευδαισθήσεις, η πρώτη από τις οποίες, η ευημερία, κατέρρευσε με την κρίση. Οι ανεκπλήρωτες υποσχέσεις και η συνεπαγόμενη απογοήτευση καταδεικνύει ότι, χωρίς θυσίες και ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, η οικονομική «βαλκανοποίηση» της Ελλάδας είναι αναπόφευκτη. Η μαζική έλευση προσφύγων και μεταναστών αρχίζει, επίσης, να εγείρει ζητήματα ασφαλείας. Ομως, δεν έχει γίνει ακόμη ευρέως κατανοητή η φύση και ο χαρακτήρας του νέου δυναμικού γεωπολιτικού περιβάλλοντος.

Η ανάλυση αυτή οδηγεί σε απαισιοδοξία. Η απόσταση ανάμεσα στις απαιτούμενες από τους καιρούς νοοτροπίες και τους ρυθμούς προσαρμογής της ελληνικής κοινωνίας μοιάζει αγεφύρωτη. Η θεώρηση αυτή είναι, όμως, στατική. Αντιστοιχεί περισσότερο στο πνεύμα της απερχόμενης εποχής, το οποίο αγνοεί τις δυνάμεις μέσα στις πολιτισμικές παραδόσεις. Επειδή η ελληνική ιστορία χαρακτηρίζεται από ασυνέχειες και αλλεπάλληλες ανατροπές, οι καταβολές των Ελλήνων τούς προετοιμάζουν για τις επερχόμενες ρήξεις. Ορισμένες ελληνικές ιδιαιτερότητες, δυσθεώρητες μέσα από το πρίσμα της ευρωπαϊκής κανονικότητας, όπως η ναυτιλία και η διασπορά, αποτελούν σήμερα αναξιοποίητες εφεδρείες, καθώς, όσο διαρκούσε η ευρωπαϊκή προστασία, το ελληνικό κατεστημένο δεν είχε κίνητρο να συνδιαλλαγεί μαζί τους. Η αλλαγή των συνθηκών θα τις επαναφέρει στην ενεργό δράση, όπως στο παρελθόν.

Η βίαιη είσοδος των νέων γεωπολιτικών διακυβευμάτων στην Ελλάδα θα διαρρήξει τις οικονομίστικες υπεραπλουστεύσεις. Η επιστροφή της Γεωπολιτικής θα είναι επώδυνη για όλους και θα προκαλέσει σημαντική οπισθοδρόμηση, ίσως και ανατροπή, στο ευρωπαϊκό σχέδιο. Ομως, θα επιτρέψει, ενδεχομένως, στην Ελλάδα και στον Ελληνισμό να ανακτήσουν χαμένο έδαφος. Κατά τας Γραφάς, «οι έσχατοι έσονται πρώτοι».

* Ο κ. Γιώργος Πρεβελάκης είναι καθηγητής Γεωπολιτικής στη Σορβόννη (Paris I).