ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο δρόμος της Ελλάδας προς την ευρωπαϊκή κανονικότητα

Τ​​α τελευταία έξι χρόνια επικρατεί στην πατρίδα μας ένα βαρύ κλίμα οικονομικής στασιμότητας και πολιτικής ρευστότητας. Αντίθετα με άλλες χώρες της Ευρωζώνης (Ιρλανδία, Πορτογαλία, Κύπρος), η Ελλάδα παραμένει γαντζωμένη σε ένα καθεστώς αυστηρής επιτήρησης που απαιτείται από τους δανειστές μας – τη λεγόμενη «τρόικα». Και το καίριο ερώτημα είναι και πάλι «τις πταίει;». Η εύκολη απάντηση για τους περισσότερους Ελληνες είναι ότι «φταίνε οι ξένοι» που μας επιβάλλουν ένα εκβιαστικό (κυριολεκτικά, αφόρητο) καθεστώς οικονομικής λιτότητας για να συνεχίσουν τη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων μας. Για λιγότερους από μας η απάντηση είναι ότι «φταίει το κακό μας το κεφάλι». Και, φυσικά, για τους πιο εκλεπτυσμένους αναγνώστες της «Καθημερινής», το συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι ισχύουν ταυτοχρόνως τα επιχειρήματα και των δύο παραπάνω απαντήσεων.

Οι ξενόφοβοι συμπολίτες μας, και οι ηγεσίες που τους εκφράζουν, υπερτονίζουν όλα τα αρνητικά σημεία του περίγυρού μας: Μερικοί (π.χ., το ΚΚΕ) ρίχνουν το βάρος της ευθύνης για την «κατάντια» μας στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, που συσσωρεύει τον πλούτο όλο και σε λιγότερα χέρια μονοπωλίων και πάμπλουτων Κροίσων, οι οποίοι κινούνται ωφελιμιστικά στο πλαίσιο μιας άναρχης παγκοσμιοποίησης.

Στην άκρα δεξιά πτέρυγα των ξενοφοβικών μας δυνάμεων (π.χ., από το κόμμα της Χρυσής Αυγής) μονοπωλείται ο άκρατος εθνικισμός και καλλιεργείται το σύνδρομο της αυτοδυναμίας, που εύκολα καταλήγει (ιδίως για μικρές χώρες) στην αυτοαπομόνωση. Και οι μεν και οι δε ερωτοτροπούν με καθεστωτικού τύπου αλλαγές για τις οποίες –εξυπακούεται χωρίς να λέγεται– θεωρείται απαραίτητη η χρήση της επαναστατικής βίας.

Στη μειοψηφία των συμπατριωτών μας –όπως δείχνουν καθαρά οι περισσότερες δημοσκοπήσεις και το δημοψήφισμα του 2015– βρίσκονται οι συμπατριώτες μας που ρίχνουν όλο το βάρος της ιστορικής ευθύνης στον ίδιο τον ελληνικό λαό και στις ηγεσίες των εκλεγμένων κοινοβουλευτικών του εκπροσώπων. Η άποψή τους στηρίζεται σε αλυσίδα παρατηρήσεων και παραδοχών:

1. Πάσχουμε ως λαός από το δίδυμο σύνδρομο της υπερβολής και της πόλωσης που καλλιεργείται εναλλακτικά για έξι ολόκληρα χρόνια από ετερόφωτες αντιπολιτεύσεις και συμπολιτεύσεις.

2. Αντίθετα με τις υπόλοιπες χώρες του ευρωπαϊκού νότου, που ξέφυγαν από τη ζώνη της μνημονιακής επιτήρησης, εμείς παραμένουμε στον χώρο του «άτακτου μαθητή», στη γωνία της τάξης.

3. Δεν έχουμε καταφέρει να συμπλεύσουμε σε έναν κορυφαίο στρατηγικό στόχο, που είναι η παραμονή μας στον γεωπολιτικό χώρο της Δύσης (Ευρωπαϊκή Ενωση, Ευρωζώνη, ΝΑΤΟ).

4. Δεν έχουμε διδαχθεί πολλά από τους μεγάλους διχασμούς του 20ού αιώνα (μεταξύ Βασιλικών και Βενιζελικών και Κομμουνιστών και Εθνικιστών), που κατέληξαν στις εθνικές τραγωδίες του 1922 (Μικρασιατική Καταστροφή) και του 1974 (Κυπριακό), αντιστοίχως.

Και, φυσικά, ακόμα λιγότεροι είναι αυτοί που απαντούν «όλα τα παραπάνω» στο σχετικό ερώτημα, όπως σε ένα διαγώνισμα πολλαπλών επιλογών. Η θέση τους βασίζεται σε μια σχέση αλληλεπίδρασης εσωτερικών και εξωτερικών μεταβλητών που επηρεάζουν τις διακρατικές μας σχέσεις. Με απλά λόγια, οι άνθρωποι αυτοί θεωρούν ότι οι πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα δεν μπορούν να αποκοπούν από τον υπόλοιπο κόσμο. Για παράδειγμα, το βρετανικό δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου, περί παραμονής ή εξόδου της σημαντικής αυτής χώρας στην/από την Ευρωπαϊκή Ενωση, θα έχει πολλαπλασιαστικές επιπτώσεις στην υπόλοιπη Ευρώπη και, βεβαίως, στην Ελλάδα. Επίσης, οι σχέσεις της Ρωσίας με τις ΗΠΑ και την Ευρώπη εξαρτώνται σε μεγάλο ποσοστό από τις εξελίξεις στην εκρηκτική Μέση Ανατολή και από τις βαθιά διαταραγμένες σχέσεις μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, με έμφαση στο μέλλον της αμφισβητούμενης Κριμαίας. Και χωρίς αμφιβολία, η αυξανόμενη ανισότητα μεταξύ των ισχυρών χωρών του πλανήτη και των πυκνά κατοικημένων φτωχών περιοχών του τρίτου κόσμου είναι μια ωρολογιακή βόμβα που ετοιμάζεται να εκραγεί, με πρώτες ενδείξεις τις προσφυγικές ροές που ήδη κινούνται ανεξέλεγκτα.

Σήμερα είμαστε σε θέση να εξάγουμε κάποια συμπεράσματα από την παραπάνω αφήγησή μας:

1. Για τους ξενοφοβικούς συμπολίτες μας που ορκίζονται ιδεοληπτικά υπέρ της απόλυτης εθνικής ανεξαρτησίας, της αδιαπραγμάτευτης προστασίας των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων, των μονομερών κυβερνητικών αποφάσεων και των ριζοσπαστικών πολιτειακών αλλαγών, η συμβουλή μου είναι να προσγειωθούν πριν οδηγήσουν την Ελλάδα στην απομόνωση και σε μια καταστροφική σύγκρουση με την Τουρκία. Η υπέρβαρη γειτόνισσα μας περιμένει υπομονετικά στη γωνία, όπως έκανε και το καλοκαίρι του 1974, μετά το εγκληματικό πραξικόπημα κατά του Μακαρίου από το χουντικό καθεστώς του Δημήτριου Ιωαννίδη.

2. Για τους λιγότερους σε αριθμό συμπολίτες μας, που ρίχνουν ολόκληρο το βάρος της ευθύνης στην πλάτη του ελληνικού λαού και των πολιτικών ηγεσιών του, η παρατήρησή μου είναι να μην κάνουν το λάθος της απαλλαγής των ξένων (ιδίως των μεγάλων δυνάμεων) από κάθε ευθύνη για τις εσωτερικές και τις περιφερειακές εξελίξεις στα Βαλκάνια και στην ανατολική Μεσόγειο. Εδώ πρέπει να μην ξεχνάμε την απαισιόδοξη ρήση του Λόρδου Πάλμερστον, ότι στις διεθνείς σχέσεις «… δεν υπάρχουν μόνιμοι φίλοι και μόνιμοι εχθροί αλλά –απλά– μόνιμα συμφέροντα!». Τέλος, για τους πολύ λίγους Ελληνες που επισημαίνουν ένα παγκοσμιοποιημένο και πολυπαραγοντικό τοπίο διακρατικής αλληλεξάρτησης, αξίζουν ευχαριστίες που μας θυμίζουν πόσο δύσκολη είναι η ανάλυση και η πρόβλεψη στο παγκόσμιο γίγνεσθαι.
Για τελικές προβλέψεις και προτροπές έχω τις εξής δύο:

1. Για την Ελλάδα, πρέπει να αποφύγουμε πολώσεις και διχασμούς που τόσο μας ταλαιπώρησαν στα πρώτα πενήντα χρόνια του 20ου αιώνα. Δυστυχώς, ο διχασμός μεταξύ «μνημονιακών και αντιμνημονιακών» της τελευταίας εξαετίας αγγίζει πραγματικά τα όρια της φαρσοκωμωδίας.

2. Για την Ευρώπη, την Αμερική και τον κόσμο γενικότερα, έφτασε πια ο καιρός να σφραγιστεί ο τάφος των φρικαλεοτήτων του 20ού αιώνα (δύο παγκόσμιοι πόλεμοι με 100 εκατομμύρια νεκρούς, βομβαρδισμένες πόλεις με ερείπια παντού, στρατόπεδα συγκέντρωσης και το Ολοκαύτωμα, αποικιοκρατία και τα βλαβερά κατάλοιπά της, και ένας ψυχρός πόλεμος που δεν έγινε θερμός, λόγω της ισορροπίας του πυρηνικού τρόμου).

* Ο κ. Θεόδωρος Κουλουμπής είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.