ΑΠΟΨΕΙΣ

Ειδήμονες, τηλεπερσόνες και δημοψηφίσματα

Σ​​τον απόηχο του Brexit, οι εξελίξεις στην αγγλική πολιτική σκηνή προσφέρουν πραγματικά πρωτόγνωρο θέαμα, που εύκολα ξεπερνά σε ίντριγκα τη σειρά House of Cards. Οι καθημερινές εξελίξεις στη σαπουνόπερα των πρωταγωνιστών του, όμως, δεν θα πρέπει να μας κάνουν να αγνοήσουμε τόσο τους βαθύτερους λόγους της πολιτικής αυτής τραγωδίας, όσο και τα μαθήματα που πρέπει τάχιστα να συνάγουμε.

Δυστυχώς, βλέπουμε ότι ακόμη και σε μία από τις σταθερότερες, και τη μακροβιότερη δημοκρατία στον κόσμο, ο λαϊκισμός μπορεί να ανατρέψει το πολιτικό σκηνικό και οι τακτικισμοί μπορεί να αποβούν μοιραίοι. Η μόνη διαφορά που μπορεί κανείς να διακρίνει μεταξύ Ελλάδας και Αγγλίας, είναι η ταχύτητα με την οποία η πλάνη καθίσταται σαφής. Το παράδοξο είναι ότι σχεδόν όλοι οι πρωταγωνιστές –τόσο οι υπέρμαχοι του Remain όσο και του Leave – βρίσκονται σε χειρότερη θέση. Ακόμα και ο φαινομενικός νικητής Φάρατζ παραιτήθηκε, συναισθανόμενος ίσως και αυτός τις επερχόμενες δυσκολίες. Με τη λίρα σε ελεύθερη πτώση και την Τράπεζα της Αγγλίας να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, εταιρείες και πολίτες να ανησυχούν, είναι δύσκολο να δει κανείς τα θετικά του Brexit. Γιατί όμως φτάσαμε σε τέτοια αυτοκαταστροφή;

Πρώτον, διότι τα δημοψηφίσματα δεν είναι αποτελεσματική μορφή πολιτειακών αποφάσεων για τόσο πολύπλοκα θέματα, καθώς προσφέρονται για επικοινωνιακή εκμετάλλευση. Δημοψηφίσματα συναντάμε σε μικρότερες, κλειστές χώρες όπου οι αποφάσεις αφορούν στενότερα, τοπικά ζητήματα. Επίσης, δημοψηφίσματα πρέπει να περιορίζονται για αποφάσεις που αφορούν δύο διακριτές και σαφείς λύσεις. Ενώ η παραμονή ήταν σαφής, η εναλλακτική (όπως βλέπουμε) δεν είναι, και άρα η θέση ενός τέτοιου διλήμματος είναι κατ’ αρχάς προβληματική. Η εκπροσώπηση μέσω του κοινοβουλίου, με όλα της τα μειονεκτήματα, είναι αποτελεσματικότερη στην αντιμετώπιση σύνθετων προβλημάτων. Τέλος, δημοψηφίσματα από τη φύση τους διχάζουν – και, στην περίπτωση της Αγγλίας, διχάζουν όχι μόνο μεταξύ κοινωνικών τάξεων, αλλά και μεταξύ ηλικιών, με τους ηλικιωμένους να αποφασίζουν για τους νεότερους: Ηλικίες άνω των 65 ψήφισαν σε ποσοστό 83%, ενώ οι νέοι κάτω των 24, με σαφή προτίμηση στην παραμονή, ψήφισαν μόνο σε ποσοστό 36%.

Δεύτερον, στην Αγγλία (όπως και στη Γαλλία, την Ολλανδία και την Αμερική) υπάρχει ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού που αισθάνεται παγιδευμένο, με το βιοτικό του επίπεδο να μην ανεβαίνει, και τις απολαβές του, σε σχετικούς όρους, να πέφτουν. Η έντονη συνάρτηση της ψήφου με το οικονομικό και εκπαιδευτικό επίπεδο και η επικράτηση του Leave στις φθίνουσες περιοχές υπογραμμίζουν τις δυσκολίες όσων βρέθηκαν στο περιθώριο της ανάπτυξης και της παγκοσμιοποίησης και αντιδρούν με θυμό προς τις «ελίτ». Το πρόβλημα είναι ότι ο θυμός αυτός συνδέεται με κοινωνικά συντηρητικές απόψεις –π.χ., ως προς τη θανατική ποινή– και την απόρριψη της πολυπολιτισμικότητας, εξ ου και τα (σχετικώς λίγα, ευτυχώς) φαινόμενα βίας προς μετανάστες. Η έλλειψη κατανόησης από το πολιτικό κατεστημένο και η λανθασμένη πεποίθηση ότι στο τέλος ακόμη και οι οργισμένοι ψηφοφόροι δεν θα ρίσκαραν μιαν ανατροπή επιβεβαιώνoυν την απόσταση των ελίτ από τα υφέρποντα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα. Το Brexit δείχνει επίσης και τη διάθεση αντίδρασης στην καθεστηκυΐα τάξη πραγμάτων, που ξεπερνά τη λογική ανάλυση της ψήφου και την αποτελεσματικότητα της χρήσης του εθνικισμού σε μιαν εκστρατεία χτισμένη στο σλόγκαν «φέρτε την πατρίδα μας πίσω» .

Τρίτον, όχι μόνο δεν δόθηκε η προσήκουσα προσοχή στην ψήφο και στις συνέπειές της, αλλά και οι ψηφοφόροι δεν είχαν ορθή πληροφόρηση. Το πιο επικίνδυνο στοιχείο στην προεκλογική περίοδο ήταν η ευκολία με την οποία παραγκωνίστηκαν οι γνώμες των ειδημόνων ειδικά αναφορικά με τις οικονομικές επιπτώσεις. Στην ενδελεχέστερη προεκλογική δημοσκόπηση του Yougov, τον Ιούνιο του 2016, μόνο 4% των ψηφοφόρων που δήλωναν υποστηρικτές του Brexit θεωρούσαν ότι θα είχε αρνητικές συνέπειες στην οικονομία, ενώ το 78% όσων θα ψήφιζαν Remain περίμεναν αρνητικές συνέπειες – εξ ου και η ψήφος τους. Δεν χρειάστηκε πολύς χρόνος για να φανεί ότι η πλειονότητα των οικονομολόγων είχε δίκιο. Ηδη μια δημοσκόπηση την προηγούμενη Κυριακή έδειξε ότι 7% όσων ψήφισαν Brexit είχαν αλλάξει τη γνώμη τους- ποσοστό δυνητικά αρκετό να ανατρέψει το Brexit. Δυστυχώς όμως για την Αγγλία, πιρουέτες σαν τις ελληνικές δεν συνάδουν με την πολιτική τους παράδοση, και ο οικονομικός ακρωτηριασμός της Αγγλίας μάλλον φαίνεται να προχωρεί.

Το πρόβλημα της μετάνοιας κατόπιν εορτής μάς φέρνει και στην πιο ανησυχητική πτυχή του δημοψηφίσματος, η οποία είναι η απαξίωση της εξειδικευμένης γνώσης. Η οικονομική επισφάλεια και η ταχύτητα των κοινωνικών αλλαγών έχουν δημιουργήσει τοξικές συνθήκες όχι μόνον για τις ελίτ (στην Αγγλία, την Ευρώπη και την Αμερική), αλλά και για όσους μέχρι πρόσφατα απολάμβαναν τα προνόμια του κύρους που προσέδιδε η θέση και οι γνώσεις τους. Μελετητές, πανεπιστημιακοί, σύμβουλοι μπήκαν από την καμπάνια του Brexit σε ένα καλάθι, και οι αναλύσεις τους αγνοήθηκαν. Ο υποψήφιος πρωθυπουργός Michael Gove δήλωσε προεκλογικά ότι η σύμπνοια των οικονομολόγων τού θύμισε τη συμφωνία των επιστημόνων του ναζιστικού καθεστώτος ότι ο Αϊνστάιν έσφαλλε, και είπε ότι «τους χορτάσαμε τους ειδήμονες».

Η εχθρότητα προς την τεχνοκρατική γνώση φαίνεται να συμπυκνώνεται στην αντίδραση έναντι αυτού που (επιτιμητικά πλέον) αναφέρεται ως το «κονσένσους του Νταβός». Οι υφολογικές και ουσιαστικές επιλογές αυτής της «ελίτ» (συμπεριλαμβανομένων αρθρογράφων σε εφημερίδες) έχουν εντείνει το πρόβλημα, αλλά η εναλλακτική είναι ανησυχητική: Η υποκατάσταση των ειδημόνων από τηλεπερσόνες και από «περσονάλιτις», που βασίζονται στη δημοτικότητά τους για να επηρεάσουν τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης, δεν φαίνεται να οδηγεί σε μια πιο δημοκρατική κοινωνία.

Πρέπει σύντομα να αξιοποιήσουμε τα μαθήματα αυτά, μιας και η Ιστορία προχωρεί: Ενώ στην Αγγλία το σίριαλ του Brexit συνεχίζεται, στην Αμερική, μετά την επιτυχημένη σειρά The Apprentice, το σίριαλ Trump: The President μόλις αρχίζει, και δεν πρέπει να θεωρούμε το αποτέλεσμα προδικασμένο…

*Ο Μιχ. Γ. Ιακωβίδης κατέχει την Εδρα Επιχειρηματικότητας και Καινοτομίας Sir Donald Gordon στο London Business School, και είναι Visiting Scholar στη New York Fed.