ΑΠΟΨΕΙΣ

Η εκδίκηση της μυωπίας

Ο​​ι συγκλονιστικές εξελίξεις στην Τουρκία, στο τέλος της προηγούμενης εβδομάδας, οδήγησαν σε τέτοιον κόλαφο για την Τουρκική Δημοκρατία και τις βασικές ελευθερίες όσων βλέπουν με ανησυχία την παντοκρατορία του Ερντογάν, που πολλοί διερωτήθηκαν αν το πραξικόπημα ήταν στημένο, δίνοντας την ευκαιρία στον Ερντογάν να προβεί σε βάναυση εκκαθάριση λογαριασμών και σε θεμελιώδεις αλλαγές στον κρατικό, δικαστικό και στρατιωτικό μηχανισμό. Η λογική όσων αμφισβήτησαν την ίδια την ύπαρξη μιας πραγματικής απόπειρας πραξικοπήματος βασίστηκε στην εκτίμηση του καταστροφικού αποτελέσματος ως προς τους αντιπάλους του Ερντογάν. Θα ήταν, αναρωτήθηκαν αρκετοί, ποτέ δυνατόν να γινόταν τέτοια απόπειρα, η οποία να ενίσχυε τόσο καθοριστικά το ολοένα και πιο ολοκληρωτικό αυτό καθεστώς;

Η απάντηση, δυστυχώς, είναι, «ναι». Για την ακρίβεια, «σαφέστατα». Δυστυχώς, οι συλλογικές αποφάσεις, και δη για ζητήματα πολιτικής, δεν βασίζονται στη λελογισμένη, σταθμισμένη εκτίμηση των αποτελεσμάτων τους, όσο στη λογική όσων λαμβάνουν τις αποφάσεις. Επιλογές που φαίνονται κοντόφθαλμες και αναποτελεσματικές αντιπροσωπεύουν τόσο την οργανωτική δομή και τη διαδικασία της λήψης αποφάσεων όσο και τις πολιτικές και προσωπικές επιλογές όσων αποφασίζουν, συχνά κάτω από συνθήκες αβεβαιότητας και πίεσης.

Το ζήτημα δεν είναι ότι αποφάσεις, όπως αυτές των πραξικοπηματιών στην Τουρκία, μπορεί να αποδειχθούν λανθασμένες. Αλλωστε είναι πολύ εύκολο να κατακρίνει κανείς εκ των υστέρων, και απ’ όσα προκύπτουν, το πραξικόπημα θα μπορούσε να έχει πετύχει εάν ο Ερντογάν δεν διέφευγε εγκαίρως και εάν οι πραξικοπηματίες είχαν μπορέσει να ελέγξουν καλύτερα τη διασύνδεση των πολυάριθμων φανατικών υποστηρικτών του κυβερνώντος κόμματος. Οι παθογένειες στη λήψη αποφάσεων είναι, σε κάποιο βαθμό, κατανοητές, και δεν υπάρχει εύκολος τρόπος να εξαλειφθούν οι λανθασμένες αποφάσεις και οι οργανωτικές και πολιτικές παθογένειες που οδηγούν σ’ αυτές.

Στη χώρα μας, άλλωστε, έχουμε μακρά παράδοση κοντόφθαλμων και επικίνδυνων αποφάσεων, συχνά συνοδευόμενων από μεγαλοπιασίματα, εθνικιστικό ζήλο, μικροκομματικές τοποθετήσεις, ή σκέτη ανικανότητα.

Από την εθνικά καταστροφική «περήφανη διαπραγμάτευση» των Τσίπρα/Βαρουφάκη που λίγο έλειψε να καταντήσει την Ελλάδα τριτοκοσμικό παρία, στην «ένδοξη εκστρατεία» του 1922, στην καταστροφή του 1897, αλλά και στα σχετικώς μικρότερου διαμετρήματος ατοπήματα του κ. Σαμαρά ως προς το Μακεδονικό και τις αντιμνημονιακές κορώνες του που άνδρωσαν τον ΣΥΡΙΖΑ, η χώρα μας έχει παράσχει άφθονο υλικό για μελέτη των παθογενειών στη λήψη αποφάσεων.

Το πραγματικό ζήτημα είναι ότι τα τελευταία χρόνια φαίνεται να πληθαίνουν επικίνδυνα οι μυωπικές αποφάσεις – όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς, όπως είδαμε γλαφυρά με την αυτοκαταστροφική επιλογή του Κάμερον να οργανώσει το δημοψήφισμα του Brexit, χωρίς τον παραμικρό σχεδιασμό για το τι μέλλει γενέσθαι είτε από την κυβέρνηση είτε από τους ίδιους τους Brexiteers. Αυτό, σε μια πρώτη ανάγνωση, φαίνεται παράδοξο. Σε μιαν εποχή στην οποία έχουμε μια τόσο συστηματική κατανόηση τόσο της διαδικασίας λήψης αποφάσεων όσο και μεθόδων στρατηγικής ανάλυσης, πώς είναι δυνατόν να βλέπουμε τέτοιες επικίνδυνες, δυνητικά αυτοκαταστροφικές επιλογές που δεν φαίνεται να έχουν ενσωματώσει σχέδιο για την περίπτωση που τα πράγματα δεν θα προχωρήσουν κατ’ ευχήν; Πώς είναι δυνατόν να βλέπουμε τέτοια προχειρότητα στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, και γιατί βλέπουμε αποφάσεις με τέτοιο πιθανό κόστος –όπως αυτό του αποτυχημένου πραξικοπήματος στην Τουρκία, ή του Brexit– χωρίς ενδελεχή οργάνωση;

Η απάντηση είναι ότι, πρώτον, δεν πρέπει να συγχέουμε την ικανότητα για τη βελτίωση της διαδικασίας λήψης αποφάσεων και στρατηγικών επιλογών με την πρακτική. Δεύτερον, και σημαντικότερο, αυτό που βλέπουμε στη διεθνή πολιτική σκηνή είναι ότι οι δομές που διέπουν τα κόμματα, ή όσους λαμβάνουν αποφάσεις αλλάζουν επικίνδυνα. Παραδόξως, η διαθεσιμότητα εργαλείων που συνδέουν τη δημόσια αντίδραση στην πολιτική με τους πολιτικούς έχει εντείνει σημαντικά τόσο τον κίνδυνο μυωπικών αντιδράσεων, όσο και τη δημαγωγία και τον λαϊκισμό. Οι τεχνολογικές δυνατότητες και η συλλογή πληροφοριών σε πραγματικό χρόνο, που έχει φτάσει πλέον να αναλύει τις επιδόσεις των πολιτικών σε τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις λεπτό προς λεπτό, ρήση με ρήση, έχουν δημιουργήσει μια νέα πραγματικότητα στην οποία η άμεση αποδοχή από το κοινό είναι πλέον ο βασικός στόχος. Η άνοδος του Ντόναλντ Τραμπ οφείλεται στην ικανότητά του να προκαλεί αλλά και να ανταποκρίνεται άμεσα στα όσα θέλουν να ακούν οι απογοητευμένοι Αμερικανοί ψηφοφόροι. Η καμπάνια του Brexit δεν στηρίχθηκε σε μια λελογισμένη ανάλυση του τι θα ήταν καλύτερο για την Αγγλία την «επόμενη ημέρα», αλλά στην εστίαση του τι «πουλάει» από πλευράς μηνύματος. Η αξιολόγηση των πολιτικών ως προς την ικανότητά τους να μεταδίδουν αποτελεσματικά ένα μήνυμα που «πουλάει», και η διαρκής μέτρησή τους από focus groups, δημοσκοπήσεις και αναλύσεις σε πραγματικό χρόνο, αλλά και η δυναμική των μέσων κοινωνικής δικτύωσης έχουν επιτείνει σημαντικά την έμφαση στον βραχυχρόνιο στόχο όσων λαμβάνουν αποφάσεις.

Αυτό μας φέρνει στο σημερινό παράδοξο. Ο κόσμος μας σήμερα δοκιμάζεται από σειρά αλληλένδετων συστημικών προβλημάτων – περιβαλλοντικών, δημογραφικών, πολιτισμικών και οικονομικών. Τα προβλήματα αυτά απαιτούν μια μακροπρόθεσμη προοπτική και μια ψύχραιμη στρατηγική ανάλυση. Από την άλλη πλευρά, όσοι ασκούν πολιτική αντιμετωπίζουν ένα πολύ ανταγωνιστικό περιβάλλον, στο οποίο οι επιδόσεις τους μετρούνται στο κάθε λεπτό, με τη βοήθεια της τεχνολογίας, επιτείνοντας τον κίνδυνο σπασμωδικών, απροετοίμαστων αποφάσεων με σημαντικές επιπτώσεις. Ο ρόλος τόσο του Τύπου όσο και των αναλυτών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στο πώς θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις που θέτει η επικίνδυνη επιστροφή της μυωπίας θα είναι καταλυτικός. Θα πρέπει επίσης να ξανασκεφτούμε το πώς ακριβώς αξιολογούμε τους πολιτικούς και τις αποφάσεις τους, μιας και το συλλογικό μας μέλλον εξαρτάται, σε σημαντικό βαθμό, από το πώς θα μπορέσουμε να εστιάσουμε στα μακροπρόθεσμα προβλήματά μας.

*Ο κ. Μιχ. Γ. Ιακωβίδης κατέχει την Εδρα Επιχειρηματικότητας και Καινοτομίας Sir Donald Gordon στο London Business School και είναι Visiting Scholar στη New York Fed.