ΑΠΟΨΕΙΣ

Θεσμική «πολτογέννηση»

Δύσκολα, ασφαλώς, θα μπορούσε να ελπίσει κανείς πως ακραία ιδεοληπτικά άτομα θα ήταν ικανά για επεξεργασία μιας στοιχειωδώς συγκροτημένης θεσμικής αρχιτεκτονικής, σε κάποιο βαθμό τουλάχιστον συμβατής με τις ανάγκες της χώρας και της κοινωνίας. Από του σημείου αυτού, όμως, μέχρι την πρόταση ενός συνταγματικού αχταρμά που θεσμοθετεί την ακυβερνησία, γκρεμίζει ό,τι έχει μείνει όρθιο στην οικονομία και διαλύει κάθε θεσμική ισορροπία, η απόσταση είναι τεράστια. Και όμως, διανύθηκε σε χρόνο dt, που υπερέβη και την πιο τερατώδη –και θεσμικά τερατογόνο– φαντασία. Σε τι να πρωτοεστιάσει κανείς; Κατ’ ανάγκη επιλεκτικά λοιπόν…

Α) «Απλή και άδολη» Η συνταγματική κατοχύρωση της «απλής και άδολης» αναλογικής εγγυάται την ακραία κυβερνητική αστάθεια, την παραγωγή απολύτως απρόβλεπτων από τους εκλογείς κυβερνητικών σχημάτων, την απουσία κάθε κυβερνητικής μεταρρύθμισης προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, την εναλλαγή κυβερνήσεων διαφορετικού πολιτικού προσανατολισμού με την ίδια λαϊκή ετυμηγορία και τη δημιουργία νομικής και πολιτικής ανασφάλειας, διωκτικής κάθε επένδυσης… (Το μόνο Σύνταγμα της χώρας που προέβλεπε κάτι τέτοιο, το «Σύνταγμα Παπαναστασίου», έζησε λίγους μήνες…)

Β) ΠτΔ… Στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, σε αντίθεση προς τις προεδρικές, η θεσμική αποστολή και ο φυσικός ρόλος του ΠτΔ είναι να λειτουργεί ως ουδέτερος πολιτειακός ρυθμιστής και ως υπερκομματικός εγγυητής της εύρυθμης λειτουργίας των θεσμών. Ακόμη και η λειτουργία του ως τροχοπέδης σε ενδεχόμενη κατάχρηση εξουσίας άλλων πολιτειακών παραγόντων, μόνο υπ’ αυτή τη γωνία και στο συγκεκριμένο πλαίσιο είναι νοητή.

Ο ρόλος αυτός ενός κοινοβουλευτικού προέδρου, βέβαια, είναι ελάχιστα συμβατός με την άμεση ανάδειξή του από τον λαό, ανάδειξη που θα συντελεστεί βάσει προφανώς κάποιων προγραμματικών/προεκλογικών θέσεων, αφεύκτως, δε, με κομματική ή παραταξιακή στήριξη και ταύτιση. Η τελευταία, μάλιστα, θα είναι ακόμη πιο έντονη, εφόσον της άμεσης εκλογής του προηγείται κοινοβουλευτική διαδικασία, η οποία θα οδηγεί στην επιλογή των δύο υποψηφίων που θα τίθενται υπό τη λαϊκή κρίση. (Ασφαλώς και πρέπει να υπάρξει αποσύνδεση της αδυναμίας επίτευξης της προβλεπόμενης «προεδρικής» πλειοψηφίας στο Κοινοβούλιο από τις πρόωρες εκλογές, αυτή όμως πρέπει να επιδιωχθεί με άλλο τρόπο, π.χ. με την αυτόματη παράταση της θητείας του φορέως του αξιώματος.) Επιπρόσθετα, με την προτεινόμενη ρύθμιση θα έχουμε εναλλαγή ΠτΔ κοινοβουλευτικής ανάδειξης, με ρυθμιστική λειτουργία, και άμεσα εκλεγόμενους με κυβερνητικές αξιώσεις…

Ταυτόχρονα, δεδομένης της ελληνικής ιστορίας και της εθνικής μας ιδιοσυγκρασίας, δικαιολογείται ανησυχία για σοβαρό –και μη περιοριζόμενο από τις όποιες τυπικές οριοθετήσεις αρμοδιοτήτων– κίνδυνο επώδυνων για τον τόπο συγκρουσιακών τριβών από τη συνύπαρξη δύο πολιτειακών παραγόντων, επί της ουσίας, αμφότερων, άμεσων εκφραστών διαφορετικών εκδοχών της λαϊκής κυριαρχίας.

Ενώ ασφαλώς και δεν μπορούν να υποτιμηθούν οι –προδιαγνώσιμες– πολύμορφες αρνητικές συνέπειες για την οικονομία, καθώς και τη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού, από τον πολλαπλασιασμό και την επιμήκυνση των προεκλογικών περιόδων. Ας σκεφθούμε μόνο: Φάση της απόπειρας, πιθανότατα ατελέσφορης, κοινοβουλευτικής ανάδειξης ΠτΔ. Εκλογή, στη συνέχεια, από τον λαό του προτεινόμενου από την αντιπολίτευση υποψηφίου. Περίπου αναπόφευκτη παραίτηση της κυβέρνησης ή διάλυση της Βουλής, από τον νεοεκλεγέντα πρόεδρο, προκειμένου η σύνθεσή της να εναρμονισθεί προς την πρόσφατη λαϊκή ετυμηγορία. Κοινοβουλευτικές εκλογές. Ανάδειξη πολυκατακερματισμένου –λόγω αναλογικής– νέου Kοινοβουλίου. Αναζήτηση νέου κυβερνητικού σχήματος… Κατόπιν, αναζήτηση επενδύσεων…

Γ) Δημοψηφίσματα… Η διεθνής πείρα δείχνει πως ο προτεινόμενος προς εισαγωγή θεσμός του δημοψηφίσματος λαϊκής πρωτοβουλίας ευνοεί πρωτίστως παράγοντες και κέντρα με μεγάλη γνωμοδιαμορφωτική ισχύ, οι οποίοι και μόνοι έχουν τη δυνατότητα να το επιβάλλουν κάθε φορά που θεωρούν πως εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους. (Και γενικότερα, όμως, η προσφυγή στη δημοψηφισματική διαδικασία, με δεδομένη τη διχαστική της λειτουργία και την αναπόφευκτα απλουστευτική προσέγγιση σύνθετων ζητημάτων με ασαφaείς συνέπειες, πρέπει να εξαρτάται από ένα πλέγμα θεσμικών προϋποθέσεων και συναινέσεων που θα διασφαλίζουν ότι θα ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ και στις κατάλληλες συνθήκες.) Στο νεοεκδοθέν έργο μου «Θεσμοί: κρίση και ρήξη», και θεσμικές προτάσεις κάνω, ώστε να διασφαλιστεί η έλλογα περιορισμένη προσφυγή στον θεσμό αυτό, και γενικότερες ρυθμίσεις εισηγούμαι που αποσκοπούν στη διασφάλιση πολιτικής και κυβερνητικής σταθερότητας. Οι κυβερνητικές προτάσεις πηγαίνουν, φοβάμαι, προς την αντίθετη κατεύθυνση: ενός θεσμικού πολτού που εγγυάται αποσύνθεση του κοινωνικού ιστού και ακυβερνησία.

* Ο κ. Θανάσης Διαμαντόπουλος είναι Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης