ΑΠΟΨΕΙΣ

Πραξικοπήματα: επιστροφή στο μέλλον;

Σχεδόν ενστικτωδώς, στο μυαλό μας συνδέουμε την επιβολή ενός δικτατορικού/αυταρχικού καθεστώτος με την επικράτηση ενός στρατιωτικού κινήματος. Η πρόσληψη αυτή είναι προϊόν της ιστορικής εμπειρίας μας κατά στις μεταπολεμικές δεκαετίες. Στην ελληνική περίπτωση, κεντρική είναι η οδυνηρή ανάμνηση της επιβολής της δικτατορίας των συνταγματαρχών το 1967. Σε μία προσπάθεια εκ των υστέρων «νομιμοποίησης» των πεπραγμένων τους, οι δικτάτορες προχώρησαν στη διενέργεια δύο νόθων δημοψηφισμάτων για έγκριση «Συντάγματος», το 1968 και το 1973 – το δεύτερο αφορούσε και στην «εκλογή» ως «προέδρου της Δημοκρατίας» του αρχιπραξικοπηματία Γεωργίου Παπαδόπουλου.

Η ελληνική περίπτωση δεν ήταν μοναδική στον δυτικό συνασπισμό κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Η Τουρκία αποτέλεσε ακόμα χαρακτηριστικότερο παράδειγμα, με τρία στρατιωτικά πραξικοπήματα (1960, 1971, 1980) να σφραγίζουν την πολιτική της ιστορία. Το φαινόμενο της επιβολής στρατιωτικών δικτατοριών ήταν ακόμα πιο συνηθισμένο στη Λατινική Αμερική, αρκετές φορές με την ανοχή, την ενθάρρυνση ή ακόμα και την ενίσχυση των ΗΠΑ. Μία στρατιωτική «χούντα» επιβλήθηκε και στον ανατολικό συνασπισμό: το 1981 στην Πολωνία, όταν ο στρατηγός Βόιτσεχ Γιαρουζέλσκι χρησιμοποίησε ανάλογη μεθοδολογία για να αντιδράσει στην άνοδο του συνδικάτου «Αλληλεγγύη» αλλά και για να αποφευχθεί άμεση σοβιετική επέμβαση στη χώρα.

Ωστόσο, η εικόνα αλλάζει σημαντικά εάν το πεδίο παρατήρησης μεταφερθεί από τον Ψυχρό Πόλεμο στον Μεσοπόλεμο, περίοδο κατά την οποία πολλά αυταρχικά καθεστώτα δεν υπήρξαν αποτέλεσμα στρατιωτικών πραξικοπημάτων του «κλασικού» μεταπολεμικού τύπου, αλλά εγκαθιδρύθηκαν μέσα από τη διαστρεβλωτική αξιοποίηση εκλογικών αποτελεσμάτων, δημοψηφισμάτων και κοινοβουλευτικών «διαδικασιών», σε συνδυασμό με τη χρήση κομματικά ή/και κρατικά οργανωμένης βίας με σκοπό τον εξαναγκασμό των πολιτικών αντιπάλων σε συνθηκολόγηση. Η άνοδος αυταρχικών ηγετών στην εξουσία συναρτήθηκε ακόμα και με την επιδοκιμασία από την κοινή γνώμη. Οι δικτατορικές τους εξουσίες δεν θεμελιώθηκαν μονομιάς, αλλά σταδιακά, μέσα σε διάστημα πολλών μηνών ή ετών.

Οι περιπτώσεις του φασιστικού καθεστώτος στην Ιταλία και του ναζιστικού στη Γερμανία είναι οι πιο ενδεικτικές. Ηγούμενος ενός μικρού κόμματος, ο Μπενίτο Μουσολίνι έγινε κοινοβουλευτικός πρωθυπουργός της Ιταλίας μετά την «πορεία προς τη Ρώμη» τον Οκτώβριο του 1922. Χρησιμοποιώντας τακτικές βίαιου εκφοβισμού των αντιπάλων του, θριάμβευσε στις εκλογές του 1924, και με όχημα τη συντριπτική κοινοβουλευτική του πλειοψηφία, φρόντισε να συγκεντρώσει την εξουσία στα χέρια του. Το 1928 απαγόρευσε τη λειτουργία άλλων κομμάτων και αντικατέστησε τις βουλευτικές εκλογές με ιδιότυπα «εκλογικά δημοψηφίσματα», στα οποία συμμετείχαν μόνο υποψήφιοι του Φασιστικού Κόμματος.

Στη Γερμανία, το Ναζιστικό Κόμμα εκτινάχθηκε εκλογικά μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση που ξεκίνησε το 1929. Στις εκλογές του Ιουλίου και του Νοεμβρίου του 1932 κατέλαβε την πρώτη θέση, χωρίς όμως να διαθέτει την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών. Τον Ιανουάριο του 1933, ο Αδόλφος Χίτλερ ορκίστηκε καγκελάριος. Μόλις δύο μήνες αργότερα, και ενώ μεσολάβησαν η προβοκάτσια του εμπρησμού του Ράιχσταγκ και νέες «εκλογές», επέβαλε την ψήφιση του «Νόμου περί εξουσιοδότησης», με βάση τον οποίο αποκτούσε τη δυνατότητα να νομοθετεί χωρίς την έγκριση της Βουλής. Τον Αύγουστο του 1934 μεθόδευσε τη συγχώνευση των αρμοδιοτήτων του προέδρου της Δημοκρατίας και του καγκελαρίου, τις οποίες φυσικά θα ασκούσε ο ίδιος – η συνταγματική εκτροπή «επικυρώθηκε» με δημοψήφισμα. Μιμούμενος το ιταλικό πρότυπο, ο Χίτλερ επέλεξε έκτοτε την τακτική του υβριδικού συνδυασμού εκλογών και δημοψηφίσματος: οι ψηφοφόροι καλούνταν απλώς να επιβεβαιώσουν την παραμονή του στην εξουσία.

Παρόμοιες διεργασίες έλαβαν χώρα και στην Ελλάδα στις δεκαετίες του 1920 και του 1930. Τον Ιούνιο του 1925 ο στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος ηγήθηκε ενός στρατιωτικού κινήματος και ανέλαβε την πρωθυπουργία, λαμβάνοντας όμως ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή. Ωστόσο, τον Σεπτέμβριο προχώρησε στη διάλυσή της, χωρίς να προκηρύξει βουλευτικές εκλογές. Εκλογές διεξήχθησαν τον Απρίλιο του 1926 για άμεση ανάδειξη από τον λαό νέου προέδρου της Δημοκρατίας: ο Πάγκαλος ήταν υποψήφιος και φυσικά φρόντισε να αναδειχθεί νικητής.

Τον Απρίλιο του 1936, μέσα στο κλίμα αναμόχλευσης του εθνικού διχασμού, την πρωθυπουργία ανέλαβε ο αρχηγός του μικρού Κόμματος των Ελευθεροφρόνων, Ιωάννης Μεταξάς. Ο Μεταξάς εξασφάλισε ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή και επιπλέον εκμαίευσε ψήφισμα, με το οποίο τον «εξουσιοδοτούσε» να νομοθετεί χωρίς την έγκρισή της έως τις 30 Σεπτεμβρίου 1936. Στις 4 Αυγούστου, προχώρησε στην αναστολή άρθρων του Συντάγματος και στη διάλυση της Βουλής, χωρίς την ταυτόχρονη προκήρυξη νέων εκλογών.

Στον 21ο αιώνα, το πρότυπο της μεθοδικής εκ των έσω διάβρωσης της δημοκρατίας είναι εκείνο που ακολουθείται συχνότερα από όσους επιδιώκουν εξουσίες πέρα από τα συνήθη όρια. Οι μεσοπολεμικές και όχι οι ψυχροπολεμικές τακτικές τείνουν να έρθουν στο διεθνές προσκήνιο. Στρατιωτικά πραξικοπήματα για την ανατροπή εκλεγμένων κυβερνήσεων σπανίζουν και –μετά την εμπειρία της Μόσχας τον Αύγουστο του 1991– αποτυγχάνουν όταν υπάρχει ένας λαοφιλής ηγέτης που μπορεί να καλέσει τον λαό να κατέβει στους δρόμους (ωστόσο, δεν αποτυγχάνουν πάντοτε, όπως κατέδειξε το 2013 η εμπειρία της Αιγύπτου). Πολύ αποτελεσματικότερη αποδεικνύεται η μέθοδος της εγκαθίδρυσης ημιαυταρχικών καθεστώτων, τα οποία χαρακτηρίζονται από την αλλοίωση του κοινοβουλευτισμού με την εξάλειψη των απαραίτητων θεσμικών διαδικασιών ελέγχου και αντίβαρων (checks and balances). Οι μέθοδοι του Μεσοπολέμου αποδεικνύονται, από αυτή την άποψη, πολύ πιο επίκαιρες απ’ όσο οι μεταπολεμικές.

* Ο κ. Αντώνης Κλάψης διδάσκει στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και στο Πανεπιστήμιο Νεάπολις Πάφου.