ΑΠΟΨΕΙΣ

Η εμπορική πολιτική της Ε.Ε. επί Τραμπ

Η ​ηγεσία της Ευρώπης έχει ώς τώρα αντιδράσει χωρίς κάποια συγκεκριμένη στρατηγική στις πρόσφατες δηλώσεις του προέδρου Τραμπ. Η πρόκληση που εμπεριέχεται στην πρόσφατη συνέντευξή του στην Bild και τους Times του Λονδίνου είναι πολυσχιδής.

Ο χαρακτηρισμός του ΝΑΤΟ ως παρωχημένου αποτελεί αμφισβήτηση της μεταπολεμικής τάξης πραγμάτων στον τομέα της άμυνας. Είναι επίσης άνευ προηγουμένου ένας πρόεδρος των ΗΠΑ να ασκεί κριτική στην Ε.Ε. εξαιτίας της εμπειρίας του με τις περιβαλλοντικές ρυθμίσεις που συνδέονται με την κατασκευή ενός γηπέδου γκολφ. Η άποψη ότι η Ε.Ε. είναι όργανο της Γερμανίας, στην οποία ο Τραμπ βασίζει τη στήριξή του για το Brexit, θα χρειαστεί να εξεταστεί σε βάθος τόσο στις Βρυξέλλες όσο και στο Βερολίνο.

Η άμεση προτεραιότητα για την Ευρώπη στην εποχή Τραμπ, ωστόσο, εστιάζεται στις διατλαντικές εμπορικές σχέσεις. Οι απόψεις του νέου προέδρου για το εμπόριο συχνά παρουσιάζονται ως τυχαίες και απρόβλεπτες. Μέσω του Twitter, έχει πιέσει αυτοκινητοβιομηχανίες να μεταφέρουν εργοστάσια από το Μεξικό στις ΗΠΑ, απειλώντας με δασμούς ύψους 35%. Στην πρόσφατη συνέντευξή του, παραπονέθηκε ότι οι Γερμανοί δεν αγοράζουν αρκετές Chevrolet, ενώ οι Αμερικανοί αγοράζουν πολλές BMW.

Οι θέσεις του Τραμπ για το εμπόριο, ωστόσο, δεν είναι τυχαίες. Είναι συνεπείς με ένα σχέδιο για την εμπορική πολιτική των ΗΠΑ που έχουν εκπονήσει ο σύμβουλός του για θέματα Εμπορίου Πίτερ Ναβάρο και ο μέλλων υπουργός Εμπορίου Ουίλμπουρ Ρος. Η κεντρική ιδέα του σχεδίου είναι ότι όλες οι εμπορικές συμφωνίες που συμβάλλουν στο εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο επαναδιαπραγμάτευσης. Τα εμπορικά ελλείμματα θεωρούνται μειονέκτημα, καθώς μειώνουν το μέγεθος του βιομηχανικού τομέα που υποτίθεται ότι παρέχει καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας.

Ακολουθώντας αυτήν τη φιλοσοφία, ο Τραμπ έχει ανακοινώσει ότι θα σταματήσει τη Συμφωνία Συνεργασίας του Ειρηνικού (TPP), την οποία διαπραγματεύθηκε η κυβέρνηση Ομπάμα. Οι δασμοί σε εισαγωγές αυτοκινήτων από το Μεξικό έχουν σκοπό να μειώσουν το εμπορικό έλλειμμα με την προς Νότο γείτονα και να αυξήσουν την παραγωγή αυτοκινήτων στις ΗΠΑ.

Η στρατηγική αυτή δεν θα ωφελήσει την πλειονότητα των Αμερικανών μεσοπρόθεσμα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα εφαρμοστεί για τα επόμενα ένα δύο χρόνια. Αντιθέτως, ο πρόεδρος Τραμπ κέρδισε τις εκλογές με ρητορική που εναντιωνόταν σφόδρα στην απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου και δείχνει αποφασισμένος να εφαρμόσει τις πολιτικές που έχει ανακοινώσει στον τομέα αυτόν.

Οι Ευρωπαίοι, λοιπόν, πρέπει επειγόντως να αποφασίσουν πώς θα αντιδράσουν. Η σωστή αντίδραση θα εξαρτηθεί από την απάντηση στα παρακάτω ερωτήματα.

Πρώτον, πέρα από τα οικονομικά: Ποια είναι η καλύτερη στρατηγική για την αντιμετώπιση του νέου προέδρου; Θα μπορούσε να λειτουργήσει μια συμβολική προσπάθεια αποδοχής κάποιων εκ των αιτημάτων του, που θα του επέτρεπε να ισχυριστεί ότι η σκληρή του στάση έφερε αποτέλεσμα;

Δεύτερον, πώς θα έπρεπε να αντιδράσει η Ε.Ε. σε παραβιάσεις των κανόνων του ΠΟΕ που αφορούν ευρωπαϊκές εταιρείες σε τρίτες χώρες; Η επιβολή παράνομων δασμών στο Μεξικό θα πλήξει πολλές ευρωπαϊκές εταιρείες, αλλά δεν θα αποτελεί πράξη εμπορικού πολέμου κατά της Ε.Ε. Η προσφυγή στον ΠΟΕ θα μπορούσε να αποτελεί μέρος της αντίδρασης. Κάτι πιο σθεναρό μπορεί να οδηγήσει σε κλιμάκωση της κατάστασης.

Τρίτον, πώς πρέπει να αντιδράσει η Ε.Ε. αν ο Αμερικανός πρόεδρος συνεχίσει να αμφισβητεί τη νομιμότητα και τη χρησιμότητα του ΠΟΕ; Η Ε.Ε. βασίζεται εδώ και πολλά χρόνια σε ένα ισχυρό πολυμερές σύστημα. Μπορεί το σύστημα αυτό να επιβιώσει με βασικούς εταίρους την Ε.Ε. και την Κίνα; Η ομιλία του προέδρου Σι στο Νταβός δείχνει ότι η Κίνα είναι διατεθειμένη να διαδραματίσει αναβαθμισμένο ρόλο στην υποστήριξη του διεθνούς συστήματος και των κανόνων που το ορίζουν. Μπορούν η Κίνα και η Ε.Ε. να τροποποιήσουν το σύστημα αυτό με τρόπο που να δίνει μεγαλύτερη έμφαση στις ανάγκες των «χαμένων της παγκοσμιοποίησης»;

Τέταρτον, αν το πολυμερές σύστημα αποδυναμωθεί, διαθέτει η Ε.Ε. τις δομές λήψης αποφάσεων που θα της επιτρέψουν να προβάλλει διεθνώς την ισχύ της; Ποιος μπορεί να διαπραγματευθεί αποτελεσματικά εκ μέρους της, απειλώντας αξιόπιστα με αντίποινα σε έναν ενδεχόμενο εμπορικό πόλεμο;

Η Ε.Ε. πρέπει να απαντήσει σε αυτά τα ερωτήματα αν θέλει να παραμείνει ένας σημαντικός παίκτης στο σύνθετο, επαναλαμβανόμενο παίγνιο εμπορικής πολιτικής που έχει θέσει στο τραπέζι ο πρόεδρος Τραμπ.

* Ο κ. Γκούντραμ Βολφ είναι διευθυντής του Ινστιτούτου Bruegel.