ΑΠΟΨΕΙΣ

Είναι o πολιτικός (ή ο φιλόσοφος) σκύλος;

«Πού μας πάει αυτό το αίμα;»
(Γ. ΘΕΟΤΟΚΑΣ/Γ. ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ)

Στο δεύτερο βιβλίο της «Πολιτείας», ο Πλάτων παρομοιάζει τους «φύλακες» με «εκλεκτούς σκύλους» (γενναίους κύνας). Πρόκειται γα τη δεύτερη ή ενδιάμεση κατηγορία των πολιτών, αυτή που βρίσκεται μεταξύ των δημιουργών ή παραγωγών στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας και των κυβερνητών – φιλοσόφων στην κορυφή της. Οι «φύλακες», όπως και αυτά τα συμπαθή τετράποδα, χαρακτηρίζονται από μια διφυή ψυχική διάθεση (ή ήθος) – πραότητα και οικειότητα προς τους γνωστούς και τους φίλους, αλλά δυσπιστία, αυστηρότητα και επιθετικότητα προς τους αγνώστους και εχθρικούς.

Αυτή η παρομοίωση ή μεταφορική εικόνα έχει φαίνεται επηρεάσει πολλούς, που ταυτίζουν την ίδια την έννοια του πολιτικού στοιχείου με την αέναη διάκριση μεταξύ εχθρών και φίλων. Ετσι, οι πολιτικοί γίνονται νοητοί ως «φύλακες» και, όπως οι ως άνω «εκλεκτοί σκύλοι», είναι σκληροί υπερασπιστές των δικών τους (οικείων, γνωστών, οπαδών και φίλων) και αυστηροί τιμωροί των εχθρών τους. Δεν εκπλήσσει ότι η πολιτική διαδικασία, αν γίνεται αντιληπτή κατ’ αυτό τον τρόπο, ελάχιστα διαφέρει από μια επιθετική αντιπαράθεση μεταξύ εξαγριωμένων σκύλων, που ο ένας στοχεύει στη εξόντωση ή υποταγή του άλλου.

Αξίζει, ωστόσο, να προσεχθεί ότι στο πλατωνικό αναλυτικό σχήμα οι φύλακες δεν είναι οι καθ’ αυτό πολιτικοί, ούτε αναλαμβάνουν οι ίδιοι την ύπατη διακυβέρνηση της πολιτείας. Τούτο είναι έργο που ανατίθεται αποκλειστικά στην κατηγορία των κυβερνητών – φιλοσόφων, ενώ οι φύλακες τελούν υπό τον δικό τους έλεγχο, την καθοδήγηση και την εντολή. Αποστολή δε των πολιτικών (ή φιλοσόφων) δεν είναι η εχθρότητα, αλλά πρωτίστως η καλλιέργεια δεσμών φιλίας και αλληλεξάρτησης μεταξύ των πολιτών, που διάγουν τον βίο τους ειρηνικά κατά τον λόγο ειδίκευσης ή αρμοδιότητας εκάστου (οικειοπραγία). Μολονότι, λοιπόν, υπάρχουν φύλακες στην πολιτεία, αυτοί είναι στραμμένοι προς τους εξωτερικούς και μόνο εχθρούς για αμυντικούς σκοπούς. Μακροπροθέσμως, δε, η επιδίωξη είναι ακόμα και οι εχθροί να γίνουν φίλοι, αφού πάψουν να έχουν επιθετικές τάσεις ή βλέψεις. Οπότε και οι ίδιοι οι φύλακες εξευγενίζονται και εξημερώνονται, καθώς στρέφονται ολοένα και περισσότερο προς τη φιλοσοφία, γνωρίζοντας ότι μόνο μέσω αυτής προσεγγίζεται κατά το δυνατόν η ισορροπημένη και ευτυχής ζωή.

Αν αυτά ακούγονται κάπως θεωρητικά και εξωπραγματικά, αξίζει να αναλογιστούμε την παρατήρηση που έκανε κάποτε ο ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος στο ιστορικό του αφήγημα με τίτλο Οδύνη: «Στην Ελλάδα οι άνθρωποι είναι χωρισμένοι στα δύο. Σε αγγέλους και σε δήμιους. Το αίμα που πίνουνε δεν θα τους θρέψει· οπωσδήποτε θα καούν». Ο Βρεττάκος είχε ζήσει τις συνθήκες του εμφυλίου πολέμου και γνώριζε πολύ καλά για τι μιλούσε. Οπως και ο Θανάσης Βαλτινός, που στο μνημειώδες έργο του «Ορθοκωστά» σκιαγραφεί με ανάγλυφο τρόπο πού οδηγεί ο χωρισμός των πολιτών σε εχθρούς και φίλους.

Σε τέτοιες συνθήκες όξυνσης της πολιτικής αντιπαράθεσης, που κάνει την πολιτική να μοιάζει περισσότερο με πόλεμο, παραμερίζεται το ήπιο ύφος, υπονομεύεται ο διάλογος και δεν γίνεται σεβαστή η αντίθετη άποψη. Μάλιστα, αυτά τα γνωρίσματα του πολιτικού πολιτισμού εκλαμβάνονται ως ενδείξεις αδυναμίας και ηττοπάθειας, έλλειψης σθένους και ζωτικότητας. Αντιθέτως, εκθειάζονται η αγριάδα, το άξεστο ύφος, ο θυμός και το μίσος. Πράγματι, στον πόλεμο έγραφε ο Θουκυδίδης, αντιστρέφεται το νόημα των λέξεων, ώστε να ταιριάζει με τις πράξεις των ανθρώπων. Ετσι, η πανουργία λογαριάζεται ως εξυπνάδα, η ορμή και η σφοδρότητα στη σύγκρουση εκλαμβάνονται ως γενναιότητα και ανδρεία, ενώ η μετριοπάθεια και η σύνεση απορρίπτονται ως ενδείξεις δειλίας και αδυναμίας.

Είναι, όμως, αυτό το κλίμα που αρμόζει σε μια δημοκρατική, ανοιχτή και ελεύθερη κοινωνία; Ο Αριστοτέλης γράφει στα «Πολιτικά» ότι η πολεμοχαρής διάθεση είναι γνώρισμα των αυταρχικών καθεστώτων («πολεμοποιός ο τύραννος»), ώστε οι άνθρωποι να τελούν διαρκώς υπό το κράτος του φόβου και να αισθάνονται την ανάγκη προστάτη και κηδεμόνα. Ευημερούν, άραγε, οι πολιτείες έτσι;

* Ο κ. Αντώνης Μακρυδημήτρης είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.