ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

«Μεταμορφωμένη χώρα» σε ορίζοντα 8ετίας

argurou-

Σε ορίζοντα 8ετίας εκτιμά ο πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων Μιχάλης Αργυρού ότι μπορεί να έχει αλλάξει ριζικά προς το καλύτερο η εικόνα του βιοτικού επιπέδου της Ελλάδας, τοποθετώντας την ανάκαμψη πολύ νωρίτερα από τις προβλέψεις διεθνών οργανισμών, όπως το ΔΝΤ. Σε συνέντευξή του στην «Κ», ο κ. Αργυρού είναι αισιόδοξος ότι τα πράγματα θα πάνε αυτή τη φορά καλύτερα στον τομέα των επενδύσεων, επειδή θεωρεί πως πλέον όχι μόνον η κυβέρνηση, αλλά και η κοινωνία έχουν την «ιδιοκτησία» των πολιτικών που απαιτούνται.

Διαφωνεί, εξάλλου, με την κριτική ότι το φορολογικό νομοσχέδιο δεν οδηγεί σε ελάφρυνση της μεσαίας τάξης. Υποστηρίζει ότι εκτός από την κλίμακα πρέπει να συνυπολογιστούν άλλα μέτρα, όπως η μείωση του ΕΝΦΙΑ, η αύξηση της έκπτωσης φόρου για κάθε παιδί, η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, καθώς και η γενικότερη θετική προοπτική που προσφέρει για τους εργαζομένους.

– Βγαίνοντας από μια βαθιά κρίση και τα μνημόνια, ποια θεωρείτε ότι θα έπρεπε να είναι η προτεραιότητα της οικονομικής πολιτικής για την Ελλάδα;
– Οι προτεραιότητες της οικονομικής πολιτικής καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από δύο στοιχεία. Πρώτον, η Ελλάδα βρίσκεται σε αρνητικό παραγωγικό κενό, δηλαδή παράγει λιγότερο από τις δυνατότητές της. Δεύτερον, οι παραγωγικές της ικανότητες υπολείπονται σημαντικά του μέσου όρου της Ευρωζώνης. Η οικονομική πολιτική πρέπει να κλείσει το παραγωγικό κενό και να βελτιώσει την ελληνική πλευρά προσφοράς. Αυτό είναι το κλειδί για να μπει η χώρα σε τροχιά επιταχυνόμενης ανάπτυξης και να αντιμετωπιστεί η βαριά κληρονομιά της κρίσης, δηλαδή η υψηλή ανεργία και το υψηλό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος.

– Την υπηρετεί η μέχρι στιγμής πρακτική της κυβέρνησης και με ποιο τρόπο;
– Ναι, σε σύντομο χρονικό διάστημα έχουν γίνει πολύ σημαντικά βήματα προς την παραπάνω κατεύθυνση. Σε ό,τι αφορά το παραγωγικό κενό, καθοριστικός είναι ο ρόλος της ρευστότητας και η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης. Για το πρώτο, το σχέδιο «Ηρακλής» αποτελεί μια πολύ σημαντική εξέλιξη για τη μείωση των κόκκινων δανείων και την αύξηση χρηματοδότησης της πραγματικής οικονομίας. Στο πεδίο της εμπιστοσύνης, τους τελευταίους τρεις μήνες έχει γίνει μεγάλη πρόοδος,
όπως φαίνεται από τους σχετικούς δείκτες και τη μεγάλη αποκλιμάκωση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων. Τέλος, αναφορικά με την παραγωγική ικανότητα της χώρας, οι πρωτοβουλίες της κυβέρνησης στους τομείς φορολογίας φυσικών προσώπων και επιχειρήσεων (φορολογικό νομοσχέδιο), αγοράς εργασίας και προϊόντων (αναπτυξιακό πολυνομοσχέδιο), διαφάνειας και διοικητικής αποτελεσματικότητας (επιτελικό κράτος) και στις ιδιωτικοποιήσεις στέλνουν τα σωστά σήματα και συνεισφέρουν στη δημιουργία των κινήτρων και του επιχειρηματικού – θεσμικού περιβάλλοντος, που είναι απαραίτητα για την προσέλκυση επενδύσεων, την αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ και τη μείωση των ανισοτήτων.

– Γιατί είναι τόσο πιο αισιόδοξη η κυβέρνηση από τους θεσμούς στην πρόβλεψή της για την ανάπτυξη του 2020 (2,8% έναντι 2,2%-2,3%); Ανησυχείτε μήπως η επιβράδυνση της ανάπτυξης στην Ευρώπη ανατρέψει τους σχεδιασμούς της;
– Οι προβλέψεις των θεσμών μεθοδολογικά στηρίζονται σε προβολή ιστορικών στοιχείων. Οταν συμβαίνει μια δομική αλλαγή στο οικονομικό περιβάλλον, προβλέψεις που στηρίζονται σε παραμέτρους και οικονομικές σχέσεις του παρελθόντος χάνουν μέρος της ακρίβειάς τους (αυτό στα οικονομικά ονομάζεται Lucas critique). Η Ελλάδα έχει μπει σε ένα νέο οικονομικό καθεστώς, του οποίου τα θετικά αποτελέσματα θα ενσωματωθούν σταδιακά στα οικονομικά στοιχεία και άρα στις προβλέψεις των θεσμών. Για το διεθνές οικονομικό περιβάλλον, αυτό αποτελεί βεβαίως ένα σημαντικό παράγοντα που επηρεάζει τις εγχώριες οικονομικές εξελίξεις. Η καλύτερη άμυνα έναντι σε όποια μεταβολή του είναι η συνεπής εφαρμογή πολιτικής φιλικής προς την εργασία και τις επενδύσεις. Ταυτόχρονα, και με δεδομένες τις υπάρχουσες συνθήκες στο πεδίο της νομισματικής πολιτικής, πρέπει, και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, να εξετάσουμε στοχευμένες δημοσιονομικές παρεμβάσεις σε τομείς υψηλής προτεραιότητας, όπως αύξηση της παραγωγικότητας, R&D, ψηφιακή οικονομία και κλιματική αλλαγή.

– Πόσα χρόνια θα χρειαστούν για να επιστρέψουμε στα προ κρίσης επίπεδα ανάπτυξης και κατά κεφαλήν ΑΕΠ;
– Κανένας δεν μπορεί να απαντήσει με ακρίβεια. Μπορώ, όμως, με βάση την εμπειρία πολλών χωρών, να πω ότι εφόσον συνεχίζεται να εφαρμόζεται η παρούσα οικονομική πολιτική και διατηρηθεί κλίμα πολιτικής σταθερότητας, και δεν υπάρξει μια νέα διεθνής οικονομική κρίση, στο τέλος της τετραετίας η ελληνική κοινωνία μπορεί να καταγράψει πολύ σημαντικά κέρδη στο βιοτικό της επίπεδο, σε ορίζοντα δε οκταετίας (διάστημα μικρότερο από τη δεκαετή κρίση) η Ελλάδα μπορεί ναι είναι μια μεταμορφωμένη προς το καλύτερο χώρα.

– Η προσέλκυση επενδύσεων, ιδίως άμεσων ξένων επενδύσεων, ήταν διαχρονική επιδίωξη των ελληνικών κυβερνήσεων, χωρίς μεγάλη επιτυχία. Γιατί να είναι τώρα διαφορετικά τα πράγματα;
– Γιατί σε αντίθεση με το παρελθόν, η ελληνική κυβέρνηση έχει την ιδιοκτησία των πολιτικών που απαιτούνται για την προσέλκυση επενδύσεων, και ακόμα πιο σημαντικό, η ελληνική κοινωνία έχει την ιδιοκτησία αυτών των πολιτικών. Η κυβέρνηση έχει την εντολή του εκλογικού σώματος να ασκήσει μια φιλοεπενδυτική, φιλοαναπτυξιακή οικονομική πολιτική. Είναι η πρώτη φορά μετά την έναρξη της κρίσης, και θα έλεγα η πρώτη φορά μετά τη μεταπολίτευση, που συνυπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις για αλλαγή οικονομικού υποδείγματος. Εχουμε μια σύγχρονη μεταρρυθμιστική κυβέρνηση και μια κριτική μάζα υποστήριξης των μεταρρυθμίσεων σε επίπεδο κοινωνίας.

Αυτό είναι η διαφορά σε σχέση με το παρελθόν και γι’ αυτό οι πιθανότητες επιτυχίας είναι τώρα πολύ μεγαλύτερες.

– Θεωρείτε ότι το φορολογικό νομοσχέδιο που κατέθεσε η κυβέρνηση υπηρετεί τον στόχο για την ελάφρυνση της μεσαίας τάξης, που ήταν προεκλογικά σύνθημά της;
– Ναι, το πιστεύω. Και ο λόγος είναι ότι μέσα από το φορολογικό νομοσχέδιο η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Οικονομικών κάνει ένα πολύ σημαντικό βήμα για την απελευθέρωση της οικονομίας από το καθεστώς υπερφορολόγησης του πρόσφατου παρελθόντος.

– Με βάση τη νέα φορολογική κλίμακα τα εισοδήματα μεταξύ 20.000-50.000 ευρώ επωφελούνται μόνο 17 ευρώ…
Το αποτέλεσμα της φορολογικής πολιτικής επί των διαθέσιμων εισοδημάτων προκύπτει ως συνισταμένη του συνόλου των μέτρων που καθορίζουν το φορολογικό βάρος. Ανάμεσα σε άλλα, αυτά περιλαμβάνουν τη μείωση των συντελεστών φορολογίας εισοδήματος και επιχειρήσεων, την αύξηση της έκπτωσης φόρου για κάθε παιδί και, βεβαίως, τη μείωση του ΕΝΦΙΑ. Ταυτόχρονα, το 2020 ξεκινάει η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων πλήρους απασχόλησης. Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, η πλειοψηφία των φορολογουμένων καταγράφει αύξηση διαθέσιμου εισοδήματος που δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητη. Επίσης, ο οικονομικός σχεδιασμός περιλαμβάνει περαιτέρω μείωση φόρων και ασφαλιστικών εισφορών. Τέλος, μια μεγάλη ωφέλεια του φορολογικού νομοσχεδίου είναι η θετική προοπτική που προσφέρει στους εργαζομένους. Μέσα από τα κίνητρα που εισάγει για επενδύσεις και εργασία, το νομοσχέδιο δημιουργεί συνθήκες για περισσότερες θέσεις απασχόλησης, αύξηση επενδύσεων και παραγωγικότητας και, τελικά, υψηλότερα εισοδήματα, που θα φορολογούνται λιγότερο για πάντα. Αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό μέρος της μεταμόρφωσης της οικονομίας για το οποίο μιλήσαμε προηγουμένως. Φυσικά, σε αυτή την μεταμόρφωση, πέρα από τη μείωση φόρων, καθοριστικό ρόλο έχουν και οι μεταρρυθμίσεις που προωθεί η κυβέρνηση σε τομείς όπως το επίπεδο ανταγωνισμού, η διοικητική λειτουργία του κράτους, η δικαιοσύνη και η παιδεία.

Για επενδύσεις η χρήση ANFAs – SMPs

– Θα είναι θετική η έκθεση της Κομισιόν στις 20/11 για την 4η αξιολόγηση, ώστε να εγκριθεί η εκταμίευση της επόμενης δόσης των SMPs και ANFAs στο Eurogroup του Δεκεμβρίου; Πότε θα ληφθεί η απόφαση για το αν θα μπορέσουν αυτά να χρησιμοποιηθούν για επενδύσεις;
– Οι ελληνικές αρχές εργάζονται συγκροτημένα για την επίτευξη μιας θετικής 4ης αξιολόγησης, η οποία περιλαμβάνει και πολλές εκκρεμότητες από την τρίτη αξιολόγηση που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο του 2019. Νομίζω ότι το συνετό τώρα είναι να εργαζόμαστε για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα και να σχολιάσουμε την έκθεση μετά τη δημοσίευσή της. Σε ό,τι αφορά τα ANFAs και SMPs, πράγματι η άποψη της κυβέρνησης είναι ότι με δεδομένη την ύπαρξη ενός μεγάλου επενδυτικού κενού, η αποτελεσματικότερη χρήση τους θα ήταν για συμφωνημένες επενδύσεις. Η χρήση αυτή θα βελτιώσει και τη δυναμική του δημοσίου χρέους. Το θέμα θα συζητηθεί στα ευρωπαϊκά φόρα στον κατάλληλο χρόνο και θα δούμε τους επόμενους μήνες το αποτέλεσμα της συζήτησης αυτής.