ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Χωρίς δικλίδες ασφαλείας για τις εταιρικές απάτες

choris-diklides-asfaleias-gia-tis-etairikes-apates-2389980

Στα ευρήματα της έρευνας «EY Attractiveness Survey Ελλάδα 2020», που παρουσιάστηκε πριν από μερικές ημέρες αναφορικά με την προσέλκυση ξένων επενδύσεων και το ευρύτερο επενδυτικό κλίμα στην Ελλάδα, αναφέρεται, με συνέντευξή του στην «Κ», ο διευθύνων σύμβουλος της ΕΥ Ελλάδας Πάνος Παπάζογλου.

Οπως εξηγεί, η διεθνής επενδυτική εικόνα της χώρας έχει βελτιωθεί σε σχέση με πέρυσι, ενώ καταγράφεται αύξηση των επενδυτικών σχεδίων στην ψηφιακή τεχνολογία. Ωστόσο, μεγάλο «αγκάθι» παραμένει ο βραδύς ρυθμός απονομής της δικαιοσύνης. Σχετικά με την εταιρική απάτη, ο κ. Παπάζογλου σημειώνει πως στην Ελλάδα δεν έχει αναπτυχθεί η πρακτική της προστασίας των πληροφοριοδοτών δημοσίου συμφέροντος (whistleblowers), που επιτρέπει την αποκάλυψη ενεργειών κακοδιαχείρισης με ευθύνη της εταιρείας. 

– Γιατί τα περιστατικά εταιρικής απάτης στην Ελλάδα φαίνεται να είναι αυξημένα;

– Στην Ελλάδα η πρακτική του whistleblowing δεν είναι ανεπτυγμένη, καθώς οι περισσότερες εταιρείες δεν διαθέτουν ούτε συστήματα εσωτερικών αναφορών ούτε δικλίδες έγκαιρης ανίχνευσης απάτης. Η εξήγηση γι’ αυτό εντοπίζεται στο γεγονός ότι οι περισσότερες ελληνικές εταιρείες είναι προσωποπαγείς. Ως αποτέλεσμα, όταν αποκαλύπτεται μία απάτη, αυτή δεν προέρχεται από τα στελέχη, αλλά από τους επιχειρηματίες. Σε παγκόσμιο επίπεδο, η εταιρική απάτη δεν εμφανίζει αυξητικές τάσεις, ενώ την τελευταία τριετία, σε έναν αριθμό εκατοντάδων χιλιάδων επιχειρηματικών ομίλων, έχουν καταγραφεί πολύ λίγες υποθέσεις κακοδιαχείρισης σε Ευρώπη, Ηνωμένες Πολιτείες και Κίνα. 

– Είναι γόνιμο το έδαφος για τη δημιουργία κουλτούρας πληροφοριοδότη δημοσίου συμφέροντος;

– Εάν λάβουμε υπόψη τις αντιδράσεις που υπήρξαν κατά του νέου πλαισίου εταιρικής διακυβέρνησης και της ενίσχυσης του ρόλου των ανεξάρτητων μελών του διοικητικού συμβουλίου, η απάντηση ενδεχομένως να είναι αρνητική. Αυτή τη στιγμή, όταν εντοπιστούν τα κακώς κείμενα σε μια εταιρεία, όλοι πυροβολούν τους ελεγκτές. Ωστόσο, το πρώτο επίπεδο ελέγχου και η πρώτη «γραμμή άμυνας» μιας εταιρείας είναι το διοικητικό συμβούλιο και τα ανεξάρτητα μέλη του. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις κατά τις οποίες στο διοικητικό συμβούλιο συμμετέχουν συγγενείς και φίλοι του επιχειρηματία. Ας αναλογιστούμε, πόσες εταιρείες, εκτός από μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους και τις τράπεζες, στην Ελλάδα διαθέτουν επιτροπές ελέγχου (audit committees); Ξέρετε, η Κεφαλαιαγορά δεν αντέχει άλλες επιχειρήσεις που δεν είναι σε θέση να σηκώσουν το βάρος της αυξημένης λογοδοσίας και διαφάνειας που ενέχει η διαχείριση των χρημάτων επενδυτών.   

– Τι περιλαμβάνουν τα βασικότερα ευρήματα της έρευνας «EY Attractiveness Survey Ελλάδα 2020»; 

– Παρατηρούμε ότι υπάρχει μια θετική εικόνα και αισιοδοξία από πλευράς επενδυτών για τη χώρα μας, αλλά είναι σημαντικό να μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε σε ένα σταυροδρόμι. Από τη μια πλευρά, οι άμεσες ξένες επενδύσεις που έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια είναι διαχρονικά λίγες – αν και φαίνεται να υπάρχει «σφυγμός» την τελευταία τριετία, έχοντας πάντα ως αφετηρία πολύ χαμηλούς απόλυτους αριθμούς. Από την άλλη, έχουμε τις απόψεις των επενδυτών για τη χώρα, οι οποίες είναι ενθαρρυντικές, αναδεικνύοντας, όμως, συγχρόνως, και την ανάγκη μεγάλων αλλαγών σε καίριους τομείς της οικονομίας, για να μετατραπεί το θεωρητικό ενδιαφέρον των επενδυτών σε συγκεκριμένα επενδυτικά έργα. Με απλά λόγια, η εικόνα της χώρας βελτιώνεται, παρά το αρνητικό ψυχολογικό κλίμα που δημιούργησε η πανδημία, αλλά έχουμε πολλή δουλειά ακόμη μπροστά μας για να γίνει η χώρα ένας πραγματικά ελκυστικός επενδυτικός προορισμός.

– Από τι είδους επενδύσεις έχει ανάγκη η χώρα;

– Χρειαζόμαστε επενδύσεις με υψηλή προστιθέμενη αξία (greenfield projects), οι οποίες να δημιουργούν πολλές και καλές θέσεις εργασίας και να ενισχύουν τη θέση της χώρας στην παγκόσμια επενδυτική αλυσίδα. Πάντως, η έρευνα «EY Attractiveness Survey Ελλάδα 2020» καταγράφει μια αυξημένη συμμετοχή των επενδύσεων στον τομέα της ψηφιακής τεχνολογίας, που φθάνει το 15% την τελευταία τριετία στη χώρα μας, με τις περισσότερες από αυτές να πραγματοποιούνται μέσα στο 2019. Δεν είμαστε, δηλαδή, μακριά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 19%. Επίσης, η συμμετοχή της βιομηχανίας έχει σκαρφαλώσει, από μόλις 9% το 2019, στο 26% φέτος, κάτι που είναι ιδιαιτέρως ενθαρρυντικό μετά τη μακροχρόνια αποβιομηχάνιση της χώρας. 

Η Ελλάδα έχει μπροστά της μια μοναδική ευκαιρία να ενισχύσει τον τομέα της μεταποίησης, δεδομένου ότι, μετά την πανδημία, οι μεγάλες επιχειρήσεις στην Ευρώπη επανασχεδιάζουν τις εφοδιαστικές τους αλυσίδες για να μειώσουν την εξάρτησή τους από απομακρυσμένες χώρες-παρόχους. Από την άλλη πλευρά, είναι ανησυχητικό το γεγονός ότι απουσιάζουν επενδυτικά σχέδια σε μια σειρά από δραστηριότητες προστιθέμενης αξίας που σχετίζονται με την οικονομία του μέλλοντος, όπως testing & servicing, shared services και Ιnternet data centers, τη στιγμή που αντιπροσωπεύουν το 7% των επενδύσεων πανευρωπαϊκά, την τριετία 2017-2019. 

– Ποιοι παράγοντες προσελκύουν τους ξένους επενδυτές στην Ελλάδα;

– Αποτελεί θετική έκπληξη το γεγονός ότι οι επενδυτές αναγνωρίζουν ως ελκυστικό στοιχείο τις φιλόδοξες πολιτικές της χώρας στη βιώσιμη ανάπτυξη και στην κλιματική αλλαγή, οι οποίες μεταφράζονται σε σημαντικές ευκαιρίες για επενδύσεις. 
Αντίθετα, είναι ανησυχητικό το ότι στην τρίτη θέση μεταξύ των αδύνατων σημείων της χώρας βρίσκεται το ζήτημα της απονομής δικαιοσύνης. Ενας στους τρεις ερωτωμένους αναφέρει ότι η Ελλάδα πρέπει να εστιάσει στον συγκεκριμένο τομέα τις προσπάθειες βελτίωσής της. 

– Πώς διαμορφώνονται οι προοπτικές του τουρισμού στη μετά τον κορωνοϊό εποχή;

– Αν και είναι νωρίς για να εξαχθούν συμπεράσματα, ένα ενδιαφέρον εύρημα αφορά τη μείωση από 69% πέρυσι στο 52% όσων θεωρούν ότι ο τουρισμός θα αποτελέσει κινητήριο δύναμη της ανάπτυξης στα επόμενα χρόνια. Αν και ο τουρισμός δεν θα πάψει ποτέ να αποτελεί βασικό πυλώνα ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, απαιτείται η ενίσχυση των ποιοτικών προδιαγραφών του. Βεβαίως, η μεγάλη εξάρτηση από έναν κλάδο, και μάλιστα ιδιαίτερα ευάλωτο σε παγκόσμιες διαταραχές –όπως ακριβώς είχαμε επισημάνει στην περυσινή έρευνά μας–, ενέχει σημαντικούς κινδύνους.