ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Θέλω να κρατήσω το παιδί μέσα μου

Ο/η νικητής/τρια* του φετινού βραβείου International Booker, Μαριέκε Λούκας Ρίνεβελντ, μιλάει στην «Κ»

thelo-na-kratiso-to-paidi-mesa-moy-561192610

* Στη συνέντευξη αυτή κληθήκαμε να αντιμετωπίσουμε γλωσσικά το ευαίσθητο θέμα του προσδιορισμού φύλου, κάνοντας τις αντίστοιχες προσαρμογές καθώς ο/η συγγραφέας έχει δηλώσει στο παρελθόν ότι προσδιορίζεται ως «μη δυαδικό» άτομο. Ο αγγλόφωνος Τύπος χρησιμοποιεί την αντωνυμία «they» για να αναφερθεί στον/στην Μαριέκε Λούκας Ρίνεβελντ, αλλά θεωρήσαμε ότι η μετατροπή όλης της συνέντευξης στο ουδέτερο γένος θα έκανε το κείμενο δυσανάγνωστο. Η ελληνική γλώσσα δεν μας αφήνει πολλά περιθώρια επιλογών, ενώ η/ο συγγραφέας στη σχετική απάντησή της/του δηλώνει ότι δεν της/του αρέσουν τέτοιοι τίτλοι, όπως το «μη δυαδικό» και ότι νιώθει «περισσότερο αγόρι παρά κορίτσι», αλλά συχνά «κάτι ενδιάμεσο» χωρίς, ωστόσο, να διευκρινίζει πώς προτιμάει να προσφωνείται. Στο βιογραφικό του/της συγγραφέα, στην αγγλόφωνη έκδοση του βιβλίου «The Discomfort of Evening» ο/η συγγραφέας αναφέρεται στο θηλυκό γένος, επιλογή που τελικά υιοθετούμε παρακάτω και εμείς.
 
«Δεν μπορώ να πω αν έχει αλλάξει ή όχι η ζωή μου ακόμα», λέει στην «Κ» η Μαριέκε Λούκας Ρίνεβελντ, τέσσερις μήνες μετά την απονομή του International Booker που κέρδισε η 29χρονη συγγραφέας για το πρώτο της βιβλίο «The Discomfort of Evening». «Ή ίσως και κάτι να έχει αλλάξει», συμπληρώνει, «νιώθω λίγο πιο σίγουρη σχετικά με αυτό που κάνω, η αίσθηση ότι η δουλειά μου διαβάζεται και πολλοί άνθρωποι αποδέχονται τη Γιας και με εκείνη τη συγγραφέα. Αυτό είναι ένα ωραίο συναίσθημα».

thelo-na-kratiso-to-paidi-mesa-moy0Στο βιβλίο, μέσα από τα μάτια της δεκάχρονης Γιας, η συγγραφέας περιγράφει τη σταδιακή διάλυση της οικογένειάς της όταν ο μεγαλύτερος γιος πεθαίνει σε ένα τραγικό δυστύχημα. Είμαστε σε μια φάρμα ζώων, σε ένα απομονωμένο χωριό της Ολλανδίας και σε μια οικογένεια που ακολουθεί πιστά τους αυστηρούς θρησκευτικούς κανόνες της συντηρητικής κοινότητας και πλησιάζουν Χριστούγεννα.

Ο ξαφνικός θάνατος απλώνει τη σκιά του σε όλη την οικογένεια και κάθε μέλος της επηρεάζεται διαφορετικά. Η μητέρα δεν μπορεί να διαχειριστεί ψυχικά την απώλεια και απομακρύνεται, ο πατέρας επικεντρώνεται στη φάρμα και τα αδέλφια της Γιας, που βρίσκονται κοντά στην εφηβεία, πειραματίζονται σεξουαλικά και βασανίζουν τις αγελάδες της φάρμας και τους βατράχους της περιοχής. Η μικρή Γιας καταγράφει όσα βλέπει να συμβαίνουν γύρω της και προσπαθεί να ερμηνεύσει τις καταστάσεις με τη φαντασία της, τα θρησκευτικά πιστεύω της οικογένειας και την παιδική λογική της που γίνεται ακόμη και χιουμοριστική, ανοίγοντας μερικές φωτεινές χαραμάδες στη σκοτεινιά της ζωής της. Κάνει ό,τι μπορεί για να τραβήξει την προσοχή των γονιών της και να τους «ξυπνήσει», ενώ όσο προχωράνε οι σελίδες τυλίγει όλο και πιο σφιχτά το χοντρό παλτό της γύρω από το σώμα της, το οποίο, όμως, κανείς δεν βλέπει ότι δεν το βγάζει ποτέ.

Στην Ολλανδία το βιβλίο έγινε μπεστ σέλερ αμέσως μετά την έκδοσή του το 2018, ενώ κυκλοφόρησε στα αγγλικά από τον εκδοτικό οίκο Faber & Faber σε μετάφραση της Μισέλ Χάτσισον, με την οποία μοιράζεται η συγγραφέας το International Booker. Η κριτική επιτροπή του βραβείου εκθείασε την ποιητική πρόζα, αλλά και το δύσκολο θέμα που αγγίζει το βιβλίο, τη διαχείριση της απώλειας από τα παιδιά, το οποίο το κάνει με τρόπο επιθετικό αλλά και αυθεντικό.

Η συγγραφέας μεγάλωσε και η ίδια σε ένα παρόμοιο περιβάλλον και η ιστορία της Γιας έχει, όπως λέει στην «Κ», κοινή αφετηρία με προσωπικά της βιώματα. Ο αδελφός της σκοτώθηκε σε ένα δυστύχημα όταν η ίδια ήταν μόλις τριών ετών, γεγονός που την επηρέασε βαθιά. Η αγάπη της για το διάβασμα ξεκίνησε, όπως συνέβη σε πολλούς νέους της γενιάς της, από τα βιβλία του Χάρι Πότερ, αλλά αργότερα επηρεάστηκε από το έργο των Ολλανδών συγγραφέων Jan Wolkers και Gerard Reve και των ποιητών Anna Enquist, Rutger Kopland, John Harstad, Ocean Vuong, σχεδόν άγνωστοι στην Ελλάδα, όπως άλλωστε και η Μαριέκε Λούκας Ρίνεβελντ. Η Ρίνεβελντ ήταν ήδη γνωστή στην πατρίδα της ως μία από τις νέες και δυνατές ποιητικές φωνές. Το 2015 τιμήθηκε με το ολλανδικό βραβείο C. Buddingh για το ποιητικό της ντεμπούτο με τη συλλογή ποιημάτων «Calfskin».
To βιβλίο θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ικαρος μέσα στο 2021 σε μετάφραση της Μαρίας Αγγελίδου. Στην Ολλανδία ήδη συζητιέται το νέο της βιβλίο «My heavenly Favorite», ενώ η Μαριέκε Λούκας Ρίνεβελντ συνεχίζει και δουλεύει σε μια φάρμα.
 
– Στο βιβλίο, ο θάνατος ενός παιδιού συγκλονίζει την υπόλοιπη οικογένεια. Βλέπουμε ό,τι ακολουθεί στις ζωές και στη φάρμα τους από την οπτική της δεκάχρονης Γιας. Πώς τους αλλάζει η αίσθηση της απώλειας;

– Στο βιβλίο κάθε παιδί αντιμετωπίζει διαφορετικά την απώλεια. Ο Ομπε γίνεται πιο επιθετικός, η Χάνα αναλαμβάνει τον ρόλο της μικρής αδελφής και η Γιας εξαφανίζεται μέσα στη φαντασία της. Είναι όλοι τρόποι αντιμετώπισης της απώλειας. Οταν οι γονείς δεν είναι διαθέσιμοι ή είναι συναισθηματικά απόντες, τα παιδιά βρίσκουν τον δικό τους τρόπο να διαχειριστούν το πένθος και την απώλεια. Το ίδιο συμβαίνει και στο βιβλίο. Τα παιδιά αλλάζουν από τον τρόπο που αντιμετωπίζουν την απώλεια. Η Γιας αρχίζει και φαντασιώνεται όλο και περισσότερο πως οι γονείς της μπορεί να πεθάνουν και αρχίζει και το φοβάται. Επειδή ο Θεός παίρνει και ο Θεός δίνει και άρα μπορεί να πάρει κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας ανά πάσα στιγμή. Αυτό την κάνει ένα φοβισμένο παιδί που προσπαθεί να ξορκίσει τα πάντα για να μη νιώθει τόσο φόβο.
 
– Ηταν εύκολο να γράψετε από την οπτική ενός παιδιού;

– Δεν ήταν δύσκολο για μένα να γράψω από την οπτική ενός παιδιού. Θεωρώ ότι είναι μια υπέροχη οπτική επειδή τα παιδιά έχουν μια τόσο ζωηρή φαντασία. Ως συγγραφέας μπορείς να κάνεις πολλά με αυτόν τον τρόπο. Πάντα προσπαθώ να κρατήσω επαφή με το παιδί μέσα μου. Οπότε δεν χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια για να έρθω σε επαφή με τη Γιας, ήταν εκεί από πάντα.
 
– Τα ζώα συντροφεύουν τη φαντασία των παιδιών, μιλούν, ντύνονται και περπατούν σαν άνθρωποι, γίνονται οι ήρωές τους. Στο βιβλίο σας έχουν έναν διαφορετικό ρόλο. Πώς λειτουργεί αυτό;

– Ολα τα ζώα στο βιβλίο είναι παρηγορητικά με κάποιον τρόπο. Οι αγελάδες, τα βατράχια, το κουνέλι, όλα προσφέρουν συντροφιά, παρηγοριά και καταφύγιο. Τα παιδιά στο βιβλίο επικοινωνούν περισσότερο με τα ζώα παρά με τους γονείς τους.
 
– Η πίστη της οικογένειας στην Εκκλησία των Ρεφορμιστών διαμόρφωσε τον τρόπο ζωής και συμπεριφοράς τους. Γιατί δεν τους βοήθησε η πίστη τους και δεν μπορούν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους;

– Πιστεύουν σε έναν Θεό που τιμωρεί, που παίρνει και δίνει. Ωστόσο, από εκεί αντλούν στήριξη και πιστεύουν ότι μπορείς να πας σε Εκείνον με οποιονδήποτε τρόπο. Αυτό λένε και στα παιδιά τους: αν νιώθεις πόνο ή θλίψη, πηγαίνεις στον Θεό. Αλλά τα παιδιά χρειάζονται περισσότερα, θέλουν κάποιον που θα τα ακούσει και θα απαντήσει. Και αυτό λείπει από τους γονείς του βιβλίου, οπότε τα παιδιά ψάχνουν καταφύγιο στα ζώα και στις μεταξύ τους σχέσεις. Δεν τους καθοδηγεί κανείς καθώς μεγαλώνουν. Αν τα αφήσεις όλα στον Θεό, δεν χρειάζεται να επικοινωνείς.

Aφορμή, ο θάνατος του αδελφού μου

– Μεγαλώσατε και εσείς σε μια φάρμα και σε μια οικογένεια με παρόμοια πιστεύω στην Ολλανδία. Πόσα πράγματα από τη ζωή σας εντάξατε στο βιβλίο;

– Αφορμή για το βιβλίο ήταν ο θάνατος του δικού μου αδελφού. Τα υπόλοιπα είναι ένα μείγμα φαντασίας και πραγματικότητας. Δημιούργησα μια ιστορία αλλά ο θάνατος του αδελφού μου είναι αληθινός. Πάντα ήθελα να γράψω κάτι για αυτό, αλλά δεν έβρισκα τη σωστή φόρμα για πολύ καιρό. Αλλά το βιβλίο αγγίζει και θέματα όπως η μοναξιά, η αγάπη, η απώλεια και το δικαίωμα στην ύπαρξη, θέματα που αφορούν κι εμένα ως άτομο.
 
– Μεγαλώνοντας σε ένα συντηρητικό περιβάλλον, ήταν δύσκολο για εσάς να ανακαλύψετε τον εαυτό σας και να προσδιορίσετε την ταυτότητά σας ως μη – δυαδικό άτομο;

– Δεν βλέπω τον εαυτό μου ως μη – δυαδικό στην πραγματικότητα. Νιώθω περισσότερο αγόρι παρά κορίτσι. Και συχνά νιώθω κάτι ανάμεσα. Αλλά δεν μου αρέσουν οι τίτλοι όπως διεμφυλικός, μη δυαδικός κ.τ.λ. Γιατί να πρέπει να βρίσκουμε διαφορετικές λέξεις όταν θέλουμε να είμαστε αγόρι ή κορίτσι ή κάτι ανάμεσα; Δεν είχα κάποια δυσκολία στο παρελθόν γιατί ένιωθα σαν αγόρι. Δεν ήταν κάτι που το σκεφτόμουν. Εγινε δύσκολο στο γυμνάσιο όταν θέλεις κάπου να ανήκεις. Τότε άρχισα να φέρομαι περισσότερο ως κορίτσι. Είμαι ευτυχισμένος που μπορώ να είμαι αυτός που θέλω να είμαι τώρα.
 
– Αυτό είναι το πρώτο σας μυθιστόρημα, καθώς έχετε ήδη μια πορεία στην ποίηση. Πώς ήταν η μετάβαση από την ποίηση στο μυθιστόρημα;

– Eγραφα μαζί ποίηση και πρόζα. Οταν έκανα το ντεμπούτο μου στην ποίηση έγραφα ήδη μια ιστορία. Οπότε δεν το είδα σαν μια μετάβαση, ήταν πάντα εκεί. Μου αρέσουν και τα δύο το ίδιο, αν και η ποίηση έρχεται λίγο πιο εύκολα.
 
– Πότε νιώσατε την ανάγκη να εκφραστείτε γράφοντας;

– Hταν μέσα μου ήδη από το δημοτικό σχολείο, όταν αντέγραψα το πρώτο μέρος από τη σειρά βιβλίων του Χάρι Πότερ, επειδή μου άρεσε τόσο πολύ και δεν ήθελα να το επιστρέψω στη βιβλιοθήκη. Αργότερα μόνο, όταν ήμουν 19 ετών, επέστρεψε η αγάπη μου για το γράψιμο. Είχα σταματήσει το σχολείο και δεν ήξερα τι ήθελα να κάνω μετά. Τότε πέρασα πολλές νύχτες γράφοντας. Ενιωσα υπέροχα. Από τότε δεν μπορούσα να σταματήσω και ήξερα ότι δεν θέλω να γυρίσω στο σχολείο. 
 
– Διάβασα ότι οι γονείς σας δεν έχουν διαβάσει ακόμα το βιβλίο. Ισχύει ακόμα;

– Η μητέρα μου το διάβασε. Θεώρησε ότι είναι όμορφα γραμμένο, αλλά δεν μιλήσαμε στην πραγματικότητα για το περιεχόμενο. Ισως να το κάνουμε μια μέρα.
 
– Δουλεύετε ακόμα σε φάρμα;

– Ναι, αν και όχι τόσο συχνά, επειδή το νέο μου μυθιστόρημα «My heavenly Favorite» εκδόθηκε πρόσφατα στην Ολλανδία. Δεν μου λείπουν καθόλου οι αγελάδες.