ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Φον ντερ Λάιεν στην «Κ»: Πάμε για 500 εκατ. δόσεις, παρά τα σκαμπανεβάσματα

Φον ντερ Λάιεν στην «Κ»: Πάμε για 500 εκατ. δόσεις, παρά τα σκαμπανεβάσματα

ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ – ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Σχεδόν πεντακόσια εκατομμύρια δόσεις εμβολίων κατά της COVID-19 ενδέχεται να έχουν στη διάθεσή τους τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. έως το τέλος του πρώτου μισού του 2021, σύμφωνα με την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σε συνέντευξη που παραχώρησε σε ανταποκριτές ευρωπαϊκών εφημερίδων, μεταξύ των οποίων και η «Κ», δίνει για πρώτη φορά αναλυτικούς συνολικούς αριθμούς για το α΄ και το β΄ τρίμηνο του έτους και αποκαλύπτει ότι μόνο από τα τρία εμβόλια που έχουν ήδη εγκριθεί η Ε.Ε. θα λάβει 406 εκατομμύρια δόσεις έως το τέλος Ιουνίου.

Αν –όπως αναμένεται– εγκριθούν δύο ακόμα εμβόλια (αυτά της Johnson & Johnson και της CureVac), ο αριθμός αυτός, όπως είπε η κ. Φον ντερ Λάιεν, θα φτάσει τα 486 εκατομμύρια. Τα 55 εκατομμύρια εξ αυτών θα αφορούν το μονοδοσικό εμβόλιο της J&J (βάσει πληροφοριών της «Κ»). Συνεπώς, αν δεν υπάρξουν άλλες σημαντικές καθυστερήσεις, θα μπορούν έως τα μέσα του έτους να έχουν εμβολιαστεί πλήρως 270 εκατομμύρια Ευρωπαίοι – το 60% του πληθυσμού. Η πρόεδρος της Κομισιόν, ερωτηθείσα, επιβεβαίωσε ότι διατηρείται ο στόχος που έθεσε πρόσφατα η Επιτροπή για εμβολιασμό του 70% του ενήλικου πληθυσμού «έως το τέλος του καλοκαιριού».

Η Γερμανίδα επικεφαλής του εκτελεστικού οργάνου της Ε.Ε. παραχώρησε τη συνέντευξη –σε μια ευρύχωρη αίθουσα του Berlaymont, με μάσκες και κοινωνικές αποστάσεις– στον απόηχο ίσως της πιο ταραχώδους εβδομάδας της προεδρίας της. Η σύγκρουση με την AstraZeneca ανέδειξε τα όρια της κοινής ευρωπαϊκής στρατηγικής για τα εμβόλια και προκάλεσε εντονότατες αντιδράσεις – κατά της εταιρείας, αλλά, σε ορισμένους κύκλους, και κατά των χειρισμών της Επιτροπής.

Η βιαστική υιοθέτηση ενός μηχανισμού εξουσιοδότησης εξαγωγών των εμβολίων την Παρασκευή οδήγησε σε διπλωματικό επεισόδιο όταν, στην αρχική εκδοχή του, συμπεριλήφθηκε διάταξη που επέβαλε συνοριακούς ελέγχους μεταξύ Ιρλανδίας και Β. Ιρλανδίας – η μη επιβολή των οποίων ήταν ένα από τα κεντρικά ζητήματα στα οποία επέμενε η Ε.Ε. στις μακρόσυρτες διαπραγματεύσεις για το Brexit. Παράλληλα, η μετάθεση ευθυνών σε μέλη του Κολεγίου των Επιτρόπων και η ειδική προτίμηση στα γερμανικά ΜΜΕ έχουν οδηγήσει σε διογκούμενη δυσφορία απέναντι στην πρόεδρο της Επιτροπής για τη «φούσκα των Βρυξελλών».

«Σωστή απόφαση»

Σχετικά με τους πιο αργούς ρυθμούς του εμβολιασμού στην Ε.Ε. σε σύγκριση με τις εκπληκτικές επιδόσεις του Ισραήλ, αλλά και με τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και τα ΗΑΕ, σημειώνει: «Η διαφορά είναι ότι εμείς αποφασίσαμε, με τη συναίνεση όλων των κρατών-μελών, να μην “κόψουμε δρόμο” στη διαδικασία των εγκρίσεων και της εξέτασης των δεδομένων. Αλλοι έδωσαν έγκριση χρήσης εκτάκτου ανάγκης σε μόλις 24 ώρες. Νομίζω ήταν σωστή η δική μας απόφαση να ακολουθήσουμε όλα τα στάδια της διαδικασίας για να δώσουμε την υπό όρους άδεια κυκλοφορίας – η οποία δόθηκε πολύ ταχύτερα από ό,τι σε φυσιολογικούς καιρούς». Επιμένει δε –διαψεύδοντας τον CEO της AstraZeneca Πασκάλ Σοριό– ότι η καθυστέρηση στην υπογραφή των συμβάσεων προαγοράς «δεν ήταν περιοριστικός παράγοντας» για τις παραδόσεις των εμβολίων στις περιπτώσεις των άλλων εγκεκριμένων εμβολίων.

Η κ. Φον ντερ Λάιεν εκφράζει ιδιαίτερη ανησυχία για τις μεταλλάξεις του ιού, σημειώνοντας ότι η αντιμετώπισή τους ήταν βασικό θέμα της τηλεδιάσκεψης που είχε προχθές με τους επικεφαλής των φαρμακευτικών εταιρειών με τις οποίες έχει συμβληθεί η Ε.Ε. για τα εμβόλια. «Εως τώρα, τα εμβόλια δείχνουν να είναι αποτελεσματικά απέναντι στα μεταλλαγμένα στελέχη. Θέλουμε όμως να προετοιμαστούμε σε περίπτωση που προκύψουν πιο προβληματικές μεταλλάξεις. Θα πρέπει να βελτιώσουμε τις δυνατότητες γενετικής παρακολούθησης των κρουσμάτων και να επενδύσουμε στην έρευνα για τις αναγκαίες τροποποιήσεις των εμβολίων, πάντα σε στενό συντονισμό με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων. Και –ίσως το σημαντικότερο– να συνεχίσουμε να διευρύνουμε την παραγωγική ικανότητα, ώστε να μπορούν να παραχθούν οι αναγκαίες ποσότητες τροποποιημένων εμβολίων αν χρειαστεί». Οπως ανέφερε, η συνάντηση με τους CEO θα επαναληφθεί σε τέσσερις εβδομάδες για να εξεταστεί η πρόοδος που έχει επιτευχθεί στο μέτωπο αυτό.  

Ελπίδα με δόσεις

Σχετικά με την AstraZeneca, η κ. Φον ντερ Λάιεν μιλάει για «καλή συνεργασία πλέον» μεταξύ των δύο πλευρών, ενώ επιβεβαιώνει ότι οι πρώτες παραδόσεις θα γίνουν την προσεχή Κυριακή, 7 του μηνός, «με 3,2 εκατομμύρια δόσεις». Στις 17 Φεβρουαρίου, όπως αναφέρει, θα δοθούν 4,9 εκατομμύρια επιπλέον δόσεις και έως το τέλος του μηνός άλλα 9,2 εκατομμύρια – συνολικά 17,3 εκατομμύρια για τον Φεβρουάριο. Τον Μάρτιο «θα ακολουθήσουν άλλα 23 εκατομμύρια δόσεις».   

Εως το τέλος Ιανουαρίου, αναφέρει, παραδόθηκαν 18 εκατομμύρια δόσεις των δύο εγκεκριμένων εμβολίων (Pfizer-BioNTech και Moderna) στα κράτη-μέλη της Ε.Ε. Τον Φεβρουάριο αναμένονται 33 εκατομμύρια δόσεις των τριών εμβολίων και τον Μάρτιο άλλα 55 εκατομμύρια.

Από τις απαντήσεις της προέδρου της Κομισιόν καθίσταται σαφές ότι δεν έχει διαλυθεί η «ομίχλη» για τις προθέσεις της AstraZeneca κατά το β΄ τρίμηνο. Σε ερώτηση αν έως το τέλος του β΄ τριμήνου η εταιρεία θα έχει καλύψει το χαμένο έδαφος, απαντάει ότι θα πρέπει να εξεταστούν πρώτα τα στοιχεία που θα προκύψουν από τον μηχανισμό ελέγχου των εξαγωγών – τα οποία ίσως επιτρέψουν και κάποια περαιτέρω αύξηση των παρεχόμενων δόσεων τον Μάρτιο. Για την εξουσιοδότηση νέων εξαγωγών, όπως σημειώνει, οι εταιρείες «πρέπει να δώσουν στοιχεία για τις εξαγωγές τους από τον περασμένο Δεκέμβριο. Αυτό θα μας δώσει μια πλήρη εικόνα και θα μας επιτρέψει να έχουμε μια συζήτηση πάνω στα πραγματικά στοιχεία».

Σχετικά με το αν τα επιπλέον 9 εκατομμύρια δόσεις έως το τέλος Μαρτίου θα προκύψουν και από τα βρετανικά εργοστάσια, λέει: «Η AstraZeneca είναι μια εταιρεία με παγκόσμιο αποτύπωμα. Είναι δικό της θέμα πώς θα οργανώσει την παραγωγή της για να καλύψει τις ανάγκες των πελατών της. Εμείς αυτό που θέλουμε είναι εύλογες εξηγήσεις για τις καθυστερήσεις και μια ξεκάθαρη εικόνα για τις μελλοντικές παραδόσεις. Πάντως, εξήγησα στον διευθύνοντα σύμβουλό της ότι δεν υπάρχει “μπλόκο” από την πλευρά του Ηνωμένου Βασιλείου για τη χρήση των βρετανικών μονάδων παραγωγής (για την προμήθεια της Ε.Ε.). Και παρεμπιπτόντως τα εργοστάσια αυτά αναφέρονται στη σύμβαση (με την Επιτροπή)».  

Υπερασπιζόμενη την ευρωπαϊκή πολιτική θυμίζει ότι στην αρχή της πανδημίας «υπήρχαν περίπου 160 υποψήφια εμβόλια. Επρεπε λοιπόν το καλοκαίρι να επιλέξουμε με ποιους να υπογράψουμε και νομίζω ότι πράξαμε σωστά. Ολοι όσοι πέτυχαν στην ανάπτυξη των εμβολίων βρίσκονται στο χαρτοφυλάκιό μας».

Η κ. Φον ντερ Λάιεν –που ήταν γιατρός πριν γίνει πολιτικός– χαιρετίζει το «θαυματουργό» επίτευγμα της ανάπτυξης των εμβολίων σε μόλις δέκα μήνες. «Μέχρι πρότινος χρειάζονταν πέντε με δέκα χρόνια», λέει. Η ταχύτητα αυτή ωστόσο, όπως εξηγεί, έχει συμβάλει στα προβλήματα στην παραγωγή που παρατηρούνται.

Θέμα αξιοπιστίας

Ερωτηθείσα για τα λάθη στη στρατηγική των εμβολίων και τις συνέπειές τους στην αξιοπιστία της, η κ. Φον ντερ Λάιεν επιχείρησε να εστιάσει στον μεσομακροπρόθεσμο ορίζοντα. «Υπάρχουν πάντα σκαμπανεβάσματα, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης», δηλώνει. «Ας κοιτάξουμε πώς θα πάει το 2021 συνολικά. Τώρα ξεκινάμε την εκστρατεία των μαζικών εμβολιασμών και μαζικής παραγωγής, σε μια κλίμακα άνευ προηγουμένου. Είναι μια εξαιρετικά σύνθετη διαδικασία». Ειδικά σχετικά με το πλήγμα που έχει δεχθεί η προεδρία της, λέει: «Ας περιμένουμε την ολοκλήρωση της εντολής μου. Εκεί θα μπορούμε να κάνουμε μια αποτίμηση των επιτυχιών και των λαθών, να βγάλουμε ένα συμπέρασμα».  

Συγκεκριμένα για το ζήτημα της Β. Ιρλανδίας, δηλώνει: «Εχω απόλυτη συναίσθηση του πόσο ευαίσθητο είναι. Είμαι ευγνώμων που βρήκαμε στο τέλος μια καλή λύση – και είμαι ευγνώμων στον Taoiseach [σ.σ. τον Ιρλανδό πρωθυπουργό] για την εποικοδομητική συνδρομή του στην εξεύρεσή της και την άριστη συνεργασία μας». Oπως αναφέρει, σε μια έμμεση παραδοχή του σφάλματος, «αυτό το έτος της κρίσης χρειάστηκε να λάβουμε σχεδόν 900 αποφάσεις με διαδικασίες εκτάκτου ανάγκης. Οι διαδικασίες εκτάκτου ανάγκης συνεπάγονται ταχύτητα κι αυτό δημιουργεί τον κίνδυνο να υπάρξουν αβλεψίες. Το τελικό αποτέλεσμα πάντως ήταν καλό και είμαι ανακουφισμένη γι’ αυτό».